
Πέρασα νωρίτερα σήμερα από τη συμβολή της Αγίου Δημητρίου με την 3ης Σεπτεμβρίου. Το μάτι μου έπεσε στην είσοδο του χώρου στάθμευσης στην επάνω πλευρά του κτηρίου της Παιδαγωγικής Σχολής και, λίγο αργότερα, στον περίβολο του Μουσείου Αθλητισμού. Και στα δύο σημεία, tags που έδειχναν να προέρχονται από τους οπαδούς συγκεκριμένης ομάδας εύχονταν ό,τι καλύτερο στις μανούλες των οπαδών άλλων ομάδων και στην Αστυνομία.
Το θέμα δεν είναι τι γράφει το κάθε σύνθημα. Το σύνθημα είναι πώς και πόσο ανεχόμαστε να το αντικρίζουμε χωρίς να αντιδρούμε.
Η κακοποίηση του δημόσιου χώρου με tags και συνθήματα δεν είναι απλώς ένα αισθητικό ζήτημα. Είναι ένα σύμπτωμα. Και όπως κάθε σύμπτωμα, αν το αντιμετωπίσεις μόνον επιφανειακά —με βαψίματα-αστραπή και πρόστιμα— επιστρέφει δριμύτερο, πιο θυμωμένο, πιο επίμονο.
Ο δημόσιος χώρος είναι ο καθρέφτης της συλλογικής μας σχέσης με την πόλη. Όταν γεμίζει με πρόχειρες υπογραφές, επαναλαμβανόμενα ονόματα και κραυγές χωρίς αποδέκτη, κάτι μας λέει: ότι κάποιοι δεν νιώθουν ότι έχουν θέση αλλιώς· ότι η πόλη δεν τους «ακούει», αν δεν τη γρατζουνίσουν.
Από την καταστολή στην κατανόηση
Η πρώτη παρόρμηση είναι σχεδόν πάντοτε τιμωρητική. Κάμερες, πρόστιμα, αυστηρότερη αστυνόμευση. Αυτά μπορεί να περιορίσουν πρόσκαιρα το φαινόμενο, αλλά δεν το εξαφανίζουν. Γιατί το tag δεν είναι απλώς μια πράξη φθοράς· είναι μια δήλωση ύπαρξης. Ένα «είμαι εδώ», γραμμένο βιαστικά πριν έρθει κάποιος να το σβήσει.
Αν δεν αναγνωρίσουμε αυτή τη διάσταση, θα κυνηγάμε για πάντα το αποτέλεσμα και όχι την αιτία.
Η αναγκαία διάκριση: δεν είναι όλα ίδια
Ένα κρίσιμο βήμα είναι η διάκριση. Άλλο το ανεξέλεγκτο tag σε μνημείο ή ιστορικό κτήριο, άλλο μια τοιχογραφία που «συνομιλεί» με τη γειτονιά. Όταν τα αντιμετωπίζουμε όλα ως βανδαλισμό, χάνουμε την ευκαιρία να μετατρέψουμε ένα πρόβλημα σε πολιτισμικό εργαλείο.
Οι πόλεις που πέτυχαν μια σχετική ισορροπία δεν εξαφάνισαν το γκραφίτι· το κατεύθυναν. Δημιούργησαν νόμιμους χώρους έκφρασης (κάτι σαν αυτό που —ευτυχώς— γίνεται ήδη σε κάποια από τα πάρκα της Νέας Παραλίας), ενθάρρυναν συνεργασίες με καλλιτέχνες, έδωσαν τοίχους αντί για απαγορεύσεις. Και το πιο ενδιαφέρον: όσο περισσότερο σεβασμό έδειξαν τόσο λιγότερη τυφλή φθορά εμφανίστηκε αλλού.
Ο δημόσιος χώρος ως κοινό συμβόλαιο
Η ουσία δεν είναι να καθαρίσουμε την πόλη, αλλά να την επαναδιεκδικήσουμε συλλογικά. Ένας φροντισμένος τοίχος, ένα φωτισμένο πέρασμα, μια ζωντανή πλατεία λειτουργούν αποτρεπτικά όχι επειδή φοβίζουν, αλλά επειδή δείχνουν ότι κάποιος νοιάζεται. Η εγκατάλειψη είναι η μεγαλύτερη πρόσκληση για κακοποίηση.
Όταν ο πολίτης νιώθει ότι ο χώρος τού ανήκει, δύσκολα τον προσβάλλει. Και όταν νιώθει ότι δεν του ανήκει, δεν τον σέβεται.
Παιδεία, όχι μόνο μπογιά
Καμία στρατηγική δεν στέκεται χωρίς παιδεία. Όχι με τη μορφή διδαγμάτων, αλλά εμπλοκής. Προγράμματα σε σχολεία, συμμετοχικά πρότζεκτ, συζητήσεις για το τι είναι τέχνη, τι είναι φθορά και γιατί έχει σημασία η διαφορά. Όχι για να μαζέψουμε τους νέους, αλλά για να τους δώσουμε φωνή που δεν χρειάζεται να χαραχτεί κρυφά.
Από το «σβήνω» στο «μετασχηματίζω»
Η αντιμετώπιση της κακοποίησης του δημόσιου χώρου δεν είναι πόλεμος με σπρέι. Είναι πολιτισμική διαπραγμάτευση. Όσο βλέπουμε τα tags μόνον ως εχθρό, θα τα βρίσκουμε μπροστά μας. Όταν τα δούμε ως ένδειξη ενός ελλείμματος —χώρου, λόγου, ορατότητας—, τότε μπορούμε να απαντήσουμε ουσιαστικά.
Επειδή, στο τέλος, η πόλη δεν χρειάζεται πιο πολλά συνεργεία καθαρισμού. Χρειάζεται περισσότερους πολίτες που να αισθάνονται ότι τους ανήκει. Και λιγότερους λόγους να γράψουν το όνομά τους βιαστικά σε έναν τοίχο που δεν τους μίλησε ποτέ.








