
Η συζήτηση γύρω από την επικείμενη ανάπλαση της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης αφορά σε μία από τις σημαντικότερες παρεμβάσεις αστικού σχεδιασμού για τη σύγχρονη Θεσσαλονίκη. Το διακύβευμα δεν περιορίζεται στη μορφή των νέων εκθεσιακών εγκαταστάσεων, αλλά επεκτείνεται στη συνολική ταυτότητα και λειτουργικότητα του αστικού χώρου. Σε αυτό το πλαίσιο, η συνύπαρξη μιας «νέας ΔΕΘ» με έναν εκτεταμένο, αλλά ρεαλιστικά σχεδιασμένο χώρο πρασίνου, προκύπτει ως η πλέον ισορροπημένη και βιώσιμη λύση.
Κατ’ αρχάς, θεωρώ πως η παραμονή της ΔΕΘ εντός του αστικού ιστού είναι στρατηγικής σημασίας. Σε πολλές πόλεις στην Ευρώπη και τον υπόλοιπο κόσμο παρατηρείται τα τελευταία χρόνια μια τάση επαναφοράς των εκθεσιακών και συνεδριακών λειτουργιών στα κέντρα των πόλεων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Messe Frankfurt, στη Φρανκφούρτη, η οποία όχι μόνο παραμένει εντός της πόλης αλλά και επεκτείνεται, ενισχύοντας την τοπική οικονομία. Αντίστοιχα, η Fira Barcelona, στη Βαρκελώνη, διατηρεί ισχυρή παρουσία πολύ κοντά στον αστικό πυρήνα, λειτουργώντας ως μοχλός ανάπτυξης για τον τουρισμό και τις υπηρεσίες.
Η εμπειρία αυτών των πόλεων δείχνει ότι οι εκθεσιακοί χώροι δεν αποτελούν απλώς λειτουργικές υποδομές, αλλά ενσωματώνονται στον αστικό ιστό, δημιουργώντας συνέργειες με την εμπορική δραστηριότητα, την εστίαση και τον πολιτισμό. Η απομάκρυνση της ΔΕΘ εκτός Θεσσαλονίκης θα σήμαινε απώλεια αυτών των πολλαπλασιαστικών ωφελειών, αποδυναμώνοντας το κέντρο της πόλης.
(Δεν αναφέρομαι καν στο ότι η πρόταση για μετακόμιση των εκθεσιακών υποδομών στα δυτικά είναι, στην πραγματικότητα, ένας λογαριασμός χωρίς τον ξενοδόχο: το Διεθνές Πανεπιστήμιο δεν προτίθεται να παραχωρήσει χώρους του για τη φιλοξενία της ΔΕΘ ούτε υπάρχει ο στοιχειώδης, έστω, προϋπολογισμός για το ποιας τάξης πόρους θα απαιτούσε η κατασκευή τέτοιων υποδομών, η σύνδεσή τους με τον αστικό ιστό και τους μεγάλους οδικούς άξονες κοκ. Κι ακόμη κι αν υπήρχε ένας grosso modo προϋπολογισμός, ουδείς μπορεί να πει από πού θα προέρχονταν τα —πολλά— χρήματα που θα απαιτούνταν. Πάμε όμως παρακάτω).
Σε κάθε περίπτωση, η ανάγκη για περισσότερο πράσινο είναι αντίστοιχα επιτακτική. Η Θεσσαλονίκη συγκαταλέγεται στις πόλεις με χαμηλό δείκτη πρασίνου ανά κάτοικο, γεγονός που καθιστά απαραίτητη τη δημιουργία νέων ελεύθερων χώρων. Εδώ όμως ανακύπτει ένα κρίσιμο ερώτημα: μπορεί ένας τεράστιος ενιαίος χώρος πρασίνου, που θα καταλάμβανε όλη την έκταση της σημερινής ΔΕΘ, να συντηρηθεί αποτελεσματικά;
Παραδείγματα όπως το Σέντραλ Παρκ στη Νέα Υόρκη δείχνουν ότι η επιτυχία τέτοιων πάρκων προϋποθέτει τεράστιους οικονομικούς πόρους, εξειδικευμένη διαχείριση και σταθερή χρηματοδότηση, συχνά μέσω ιδιωτικών δωρεών και οργανωμένων φορέων. Το Σέντραλ Παρκ, για παράδειγμα, υποστηρίζεται από έναν ισχυρό μηχανισμό διαχείρισης με προϋπολογισμό εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων ετησίως.
Την ίδια στιγμή, τα οικονομικά και διοικητικά μεγέθη της Θεσσαλονίκης δεν επιτρέπουν την υιοθέτηση ενός αντίστοιχου μοντέλου σε πλήρη κλίμακα. Η δημιουργία ενός τόσο μεγάλου πάρκου χωρίς εξασφαλισμένους πόρους συντήρησης θα οδηγούσε, με μεγάλη πιθανότητα, σε σταδιακή υποβάθμιση: σε ελλιπή καθαριότητα, σε κακή φροντίδα του πρασίνου, σε προβλήματα ασφάλειας όπως αυτά που καταγράφονται στο γειτονικό campus του ΑΠΘ. Η εμπειρία από άλλους δημόσιους χώρους στην Ελλάδα καταδεικνύει ότι η αρχική επένδυση δεν αρκεί: η μακροχρόνια συντήρηση είναι το κρίσιμο ζητούμενο.
Ας πούμε την αλήθεια: η συνύπαρξη της νέας ΔΕΘ με έναν σημαντικό, αλλά όχι υπερβολικά εκτεταμένο χώρο πρασίνου αποτελεί μια ρεαλιστική και ισορροπημένη προσέγγιση. Ένα τέτοιο μοντέλο επιτρέπει αφενός τη διατήρηση της εκθεσιακής λειτουργίας στο κέντρο της πόλης και αφετέρου τη δημιουργία ποιοτικών, λειτουργικών και βιώσιμων χώρων πρασίνου.
Στο τέλος της μέρας, το ζητούμενο δεν είναι μια ιδεαλιστική αλλά ανεφάρμοστη λύση, αλλά ένας σχεδιασμός που θα αντέξει στον χρόνο. Η Θεσσαλονίκη χρειάζεται τόσο την αναβαθμισμένη ΔΕΘ όσο και το πράσινο — όχι όμως σε βάρος της βιωσιμότητας του ενός ή του άλλου.











