
Γράφει η Εύη Καρκίτη.

Το μόνο που έκανε ήταν να στέκεται στην ουρά και να σκρολάρει, όπως όλοι οι υπόλοιποι. Με τη διαφορά ότι αυτό που κρατάει στα χέρια της είναι ένα διάφανο κινητό. Πανικός στις πλατφόρμες, με έτοιμα τα πρώτα fake news για ένα πανάκριβο μοντέλο που είναι αόρατο. Ένα κινητό που δεν ανήκει στον απτό κόσμο. Που υπάρχει και δεν υπάρχει.
Η αλήθεια, ωστόσο, ίσως να είναι περισσότερο τρομακτική. Το διάφανο κινητό δεν είναι ένα αόρατο θαύμα της τεχνολογίας, αλλά ένα ταπεινό, πλαστικό αντικείμενο που έχει υψηλή αποστολή: να μας απαλλάξει από τον εθισμό στα smartphones χωρίς, ωστόσο, τα χέρια μας να στερούνται την αίσθηση του κινητού (κάπως σαν τα ηλεκτρονικά τσιγάρα, που κρατούν απασχολημένους τους καπνιστές με ατμό και όχι με αληθινό καπνό).
Είναι, άραγε, τόσο βαθύς ο εθισμός μας; Όπως δείχνουν τα πράγματα, είναι. Είναι όμως και η πρώτη φορά που περισσότερο συνειδητά κάποιοι επιχειρούν να διαχειριστούν τον εθισμό. Να κάνουν ένα βήμα πίσω. Να θυμηθούν, ίσως, πώς ήταν η ζωή χωρίς τις οθόνες, τις πλατφόρμες και τα κοινωνικά δίκτυα. Να πάρουν λίγο χρόνο. Μία ανάσα.
Η ψηφιακή ζωή αποδείχτηκε σκληρή, ανταγωνιστική και εξουθενωτική. Και η πρώτη που το αντιλήφθηκε είναι η νέα γενιά. Εκείνη που δεν γνώρισε διαφορετικό κόσμο. Πρόσφατα, νέοι ηλικίας δεκατεσσάρων έως δεκαεννέα ετών (ηλικίες που δύσκολα μπορεί να φανταστεί κάποιος μακριά από οθόνες) έλαβαν μέρος σε μια δοκιμασία στο Ντέβον της Νοτιοδυτικής Αγγλίας, με στόχο να περάσουν ένα 48ωρο στην άγρια φύση της περιοχής. Και αυτό χωρίς κινητά τηλέφωνα – όπερ σημαίνει διακοπές χωρίς φωτογραφίες, tags, hashtags, ετικέτες, στόρις, ποσταρίσματα. Μέχρι πρόσφατα, ίσως κάποιοι να πίστευαν ότι χωρίς αυτά δεν έχουν νόημα οι διακοπές – ότι χωρίς αυτά ίσως να μην έχει νόημα ούτε ακόμη και η ίδια η ζωή. Όμως, αυτή ακριβώς ήταν η πρόκληση. Να παρατηρήσουν άλλα πράγματα, να γνωρίσουν ο ένας τον άλλο, να προκύψουν φιλίες και έρωτες, να γίνουν τα πράγματα όπως ήταν παλιά.
Είναι δυνατόν να θέλει κάποιος κάτι τέτοιο; Ίσως. Μέσα σε όλα υπήρξε και η βρετανική μελέτη που αποκάλυψε ότι τουλάχιστον οι μισοί νέοι ηλικίας 16-21 ετών θα προτιμούσαν έναν κόσμο χωρίς διαδίκτυο. Και έναν κόσμο χωρίς κοινωνικά δίκτυα, καθώς αισθάνονται χειρότερα μετά τη χρήση τους.
Δεν είναι πρωτοφανές να ονειρεύεται κάποιος έναν κόσμο που, απλώς, δεν θα μπορούσε πλέον να υπάρξει. Ούτε και να στρέφεται στο παρελθόν, επιχειρώντας να βελτιώσει κάτι στο παρόν ή να σκεφτεί ένα κάποιο μέλλον. Παρ’ όλα αυτά, η ευχή για έναν κόσμο χωρίς διαδίκτυο φέρνει στην επιφάνεια το πρόβλημα. Το πρόβλημα ενός κόσμου με κούραση, δυσθυμία, διαρκή διαθεσιμότητα, ανταγωνισμό, μάχη με την ουσία και την εικόνα.
Ήταν, ωστόσο, πράγματι καλύτερος ο κόσμος που αφήσαμε πίσω; Οι μεγαλύτεροι γνωρίζουν την απάντηση. Δεν ήταν. Κανένας κόσμος δεν ήταν καλός. Γι’ αυτό και όλες οι γενιές αναρωτιόντουσαν τι θα κάνουν μαζί τους.
Μέσα στη ρευστότητα του καιρού, στο μεταιχμιακό του πολιτισμού, θα έχει ενδιαφέρον να δούμε πώς οι νεότερες γενιές θα αναμετρηθούν μαζί τους.







