Ο Μισέλ Πικολί αναδείχθηκε στην ταινία «Le Mépris» του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ (1963), στο θρυλικό ζευγάρι με τη Μπριζίτ Μπαρντό. Έκτοτε, η γοητευτική του φυσιογνωμία με τα δασώδη φρύδια κυριάρχησε σε περισσότερες από 150 ταινίες – από τον προκλητικό οικοδεσπότη στο «Μεγάλο Φαγοπότι» μέχρι τον διστακτικό πάπα τού «Habemus papam» (2011), που θα είναι και ο τελευταίος μεγάλος ρόλος του στον κινηματογράφο.
Η μακρά καριέρα του είναι συνδεδεμένη με τις ταινίες τού Λουί Μπουνιουέλ και του Κλοντ Σοτέ. Με σκηνοθέτη τον Μπουνιουέλ, ερμήνευσε εμβληματικές προσωπικότητες στις ταινίες «Le journal d’une femme de chambre» («Το ημερολόγιο μιας καμαριέρας»), «Belle de jour» («Η ωραία της ημέρας»), «Le charme discret de la bourgeoisie» («Η διακριτική γοητεία της μπουρζουαζίας»), ενώ, με σκηνοθέτη τον Κλοντ Σοτέ στη δεκαετία τού 1970, έβαλε τη σφραγίδα του στις ταινίες «Les choses de la vie» («Τα γεγονότα της ζωής»), «Max et les ferrailleurs» (Η τροτέζα και οι διαρρήκτες), «Vincent, François, Paul… et les autres» («Βενσάν, Φρανσουά, Πολ… και οι άλλοι»).
Εκλεκτικός στις επιλογές του, γύρισε, επίσης, ταινίες με τους Ρενουάρ, Ρενέ, Ντεμί, Μελβίλ, Βαρντά και Χίτσκοκ και Λουί Μαλ.
Ψηλός, μελαχρινός, φαλακρός με τα χρόνια, με φωνή πότε βροντερή και πότε σαγηνευτική, η αινιγματική αυτή φυσιογνωμία αγαπούσε να παίζει με την εκκεντρικότητα ή με τους πιο ακραίους παραλογισμούς και να κρύβει την εικόνα του, πριν στραφεί και ο ίδιος στη σκηνοθεσία στα 70 του χρόνια. Απόδειξη, ο ρόλος του στην ταινία «Το Μεγάλο Φαγοπότι» τού Μάρκο Φερέρι, που ήταν το μεγαλύτερο σκάνδαλο στο Φεστιβάλ των Καννών το 1973.
Με το πέρασμα των χρόνων, ο αντιστάρ ντροπαλός Μισέλ Πικολί, που γεννήθηκε το 1925 σε οικογένεια μουσικών, εξαφανίστηκε από τις οθόνες. Στα 90 του χρόνια, θα μας ανοίξει ένα μικρό παράθυρο στο βιβλίο με τις συνομιλίες του με τον Ζιλ Ζακόμπ «J’ai vécu dans mes rêves», («Έζησα στα όνειρά μου»). «Θα ήθελα να μην τελειώσει ποτέ και τελειώνει… Είναι πολύ δύσκολο».
Τέσσερις φορές υποψήφιος για βραβείο César, κυρίως για την ταινία «La belle Noiseuse» («Η ωραία καυγατζού») του Ζακ Ριβέτ (1992), δεν βραβεύθηκε ποτέ από την Ακαδημία.








