
Έπειτα από περισσότερες από δύο δεκαετίες παρουσίας στη Θεσσαλονίκη, το Reworks έχει ξεπεράσει προ πολλού τα όρια ακόμη μίας μουσικής διοργάνωσης. Κάθε Σεπτέμβριο επιστρέφει ως ένα σταθερό σημείο αναφοράς για την πόλη, συγκεντρώνοντας διαφορετικές γενιές κοινού, παρέες που ανανεώνουν το ετήσιο ραντεβού τους και επισκέπτες που ταξιδεύουν ειδικά για το φεστιβάλ. Το πρόγραμμα παραμένει, φυσικά, ο βασικός λόγος της συνάντησης, όμως με τα χρόνια έχει δημιουργηθεί γύρω απ’ αυτό κάτι ευρύτερο: μια συλλογική εμπειρία, συνδεδεμένη με συγκεκριμένους χώρους, νύχτες, πρόσωπα και αναμνήσεις.
Φέτος το φεστιβάλ επιστρέφει από τις 16 έως τις 20 Σεπτεμβρίου, για την 22η διοργάνωσή του, με ένα πρόγραμμα που αρκεί μόνο του για να δημιουργήσει εκείνο το γνώριμο πρόβλημα του «πού πρέπει να είμαι και τι ώρα;». Paul Kalkbrenner και Jan Blomqvist ανοίγουν τη διοργάνωση, ενώ τις επόμενες ημέρες ακολουθούν, μεταξύ άλλων, Argy, Adriatique, Ben Klock, Sama’ Abdulhadi, Maceo Plex, Anetha, KiNK, Indira Paganotto, Dixon, The Blessed Madonna, Daria Kolosova, DVS1, Modeselektor και Moritz von Oswald.
Όμως, αν επιστρέφεις σε ένα φεστιβάλ για δεύτερη, πέμπτη ή δέκατη φορά, μάλλον δεν επιστρέφεις μόνο γι’ αυτά που γράφει το line-up.
Επιστρέφεις επειδή θυμάσαι.
Θυμάσαι εκείνο το σετ που δεν περίμενες να σου αρέσει και, τελικά, δεν ήθελες να τελειώσει. Τον φίλο που έχασες κάπου μέσα στο πλήθος και ξαναβρήκες δύο ώρες αργότερα. Τη χρονιά που πήγατε πέντε άτομα και την επόμενη εμφανίστηκαν άλλα δεκαπέντε. Την κουβέντα έξω από τον χώρο, που κράτησε περισσότερο απ’ όσο έπρεπε. Εκείνον που γνώρισες τυχαία. Εκείνον που δεν βλέπεις πια. Ένα τραγούδι που, κάθε φορά που παίζει, σε επιστρέφει για λίγα δευτερόλεπτα σε μια συγκεκριμένη νύχτα της Θεσσαλονίκης.
Κάπου εκεί βρίσκεται και η περίεργη δύναμη των φεστιβάλ που αντέχουν στον χρόνο: χτίζουν προσωπική ιστορία παράλληλα με τη δική τους.
Μετά από 22 διοργανώσεις, το Reworks έχει πια ανθρώπους που το γνώρισαν στα είκοσί τους και συνεχίζουν να πηγαίνουν στα τριάντα ή στα σαράντα τους. Μπορεί να άλλαξαν δουλειές, σπίτια, σχέσεις και παρέες. Άλλαξε και η ίδια η πόλη. Κι όμως, για μερικές ημέρες κάθε Σεπτέμβριο υπάρχει ένα γνώριμο σημείο συνάντησης. Και, φυσικά, αλλάζει και το ίδιο το φεστιβάλ. Το φετινό πρόγραμμα απλώνεται σε πέντε ημέρες, με daytime και nighttime events, από το Labattoir Open Air μέχρι το Block 33, ενώ δίπλα στα μεγάλα διεθνή ονόματα βρίσκονται νεότεροι καλλιτέχνες και εκπρόσωποι της ελληνικής ηλεκτρονικής σκηνής. Το ενδιαφέρον είναι ακριβώς αυτή η ισορροπία: να ξέρεις περίπου πού επιστρέφεις, χωρίς να ξέρεις ακριβώς τι θα σου συμβεί εκεί.
Επειδή, τελικά, ένα καλό φεστιβάλ δεν είναι μόνον οι ώρες που περνάς μπροστά από ένα stage. Είναι όσα προηγούνται και όσα ακολουθούν. Το μήνυμα στην ομαδική «τι ώρα πάμε;». Το ποτό πριν. Ο φίλος που εμφανίζεται ξαφνικά, ενώ είχατε να βρεθείτε μήνες. Η διαδρομή από το ένα venue στο άλλο. Η απόφαση στις τέσσερις το πρωί ότι «θα κάτσουμε άλλο ένα μισάωρο» — που, φυσικά, δεν είναι ποτέ μισάωρο.
Και μάλλον, γι’ αυτό ξαναγυρίζουμε — όχι επειδή κάθε χρονιά πρέπει να είναι καλύτερη από την προηγούμενη ούτε επειδή πρέπει να δούμε κάθε όνομα του προγράμματος. Αλλά επειδή μέσα σε μια καθημερινότητα όπου οι παρέες δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να βρεθούν την ίδια ημέρα, την ίδια ώρα και στο ίδιο μέρος, υπάρχουν κάποια ραντεβού που παραμένουν σχεδόν αυτονόητα.
«Θα είσαι Reworks;» — και πολλές φορές δεν χρειάζεται να πεις τίποτα περισσότερο…















