Η Biennale Arte 2026 της Βενετίας επιστρέφει πιο πολιτική, πιο σκοτεινή και πιο ανθρώπινη από ποτέ, σε μια πόλη που λειτουργεί σαν παγκόσμιο νευρικό σύστημα.
Βενετία, αποστολή —
Φτάνεις στη Βενετία στις 6 Μαΐου και, πριν ακόμη πατήσεις το πόδι σου στο πρώτο βαπορέτο, καταλαβαίνεις ότι η πόλη δεν λειτουργεί πια ως πόλη. Λειτουργεί ως νευρικό σύστημα.
Στο αεροδρόμιο «Μάρκο Πόλο», οι αφίξεις μοιάζουν με κάστινγκ παγκόσμιας πολιτιστικής ελίτ: επιμελητές από το Βερολίνο, συλλέκτες από το Χονγκ Κονγκ, fashion editors από το Παρίσι, καλλιτέχνες με υπερμεγέθεις tote bags γεμάτες καταλόγους και λάπτοπ, άνθρωποι που κοιμούνται ελάχιστα και μιλούν σαν να βρίσκονται διαρκώς μέσα σε συζήτηση κάποιου πάνελ. Γύρω σου ακούς Ιταλικά, Αγγλικά, Γαλλικά, Αραβικά, Ελληνικά, Κορεατικά, Πορτογαλικά. Κάποιος ψιθυρίζει ότι «φέτος θα είναι η πιο πολιτική Biennale των τελευταίων δεκαετιών». Ένας άλλος απαντά: «Όχι, φέτος θα είναι η πιο θλιμμένη».
Και ίσως αυτό να είναι αλήθεια.
Η Biennale Arte 2026 —η 61η Διεθνής Έκθεση Τέχνης της Βενετίας— κουβαλά ήδη μια βαριά σκιά: η Κόγιο Κούο, η πρώτη αφρικανή γυναίκα που ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση της Biennale, πέθανε σε ηλικία μόλις 57 χρόνων, πριν δει το όραμά της να ολοκληρώνεται. Το «In Minor Keys», το θέμα που άφησε πίσω της, μοιάζει σχεδόν προφητικό: μια Biennale όχι των κραυγών αλλά των χαμηλών συχνοτήτων, της εσωτερικής έντασης, των υπόγειων ρευμάτων που διαμορφώνουν την εποχή μας.
Δείτε το βίντεο από την παρουσίαση του θέματος της Biennale Arte 2026, της 61ης Διεθνούς Έκθεσης Τέχνης της Βενετίας, τον περασμένο Φεβρουάριο:
Και, πράγματι, όλη η Βενετία μοιάζει να πάλλεται σε «minor key».
Οι pre-opening days —6, 7 και 8 Μαΐου— είναι η πραγματική Biennale. Όχι αυτή που θα δει ο κόσμος μετά τις 9 Μαΐου. Η «αληθινή» Biennale συμβαίνει τώρα: στα previews, στις ιδιωτικές ξεναγήσεις, στα δείπνα πίσω από κλειστές πόρτες, στα πάρτι που τελειώνουν όταν αρχίζει να φωτίζει στη λιμνοθάλασσα.
Στα Giardini επικρατεί εκείνο το μεθυστικό χάος που υπάρχει μόνο πριν από κάτι μεγάλο. Τεχνικοί τρέχουν με εργαλεία και καλώδια. Επιμελητές αλλάζουν τελευταία στιγμή φωτισμούς. Δημοσιογράφοι προσπαθούν να μπουν σε previews χωρίς πρόσκληση. Στις ουρές ακούγονται τα πρώτα κουτσομπολιά: «Το αμερικανικό περίπτερο ήταν έτοιμο να καταρρεύσει οργανωτικά». «Η επιλογή του Άλμα Άλεν δίχασε τους πάντες». «Η Guggenheim φέτος δεν κάνει το συνηθισμένο, μεγάλο πάρτι». «Η Chanel πήρε, ουσιαστικά, όλη τη Βενετία». «Οι διαμαρτυρίες για τη Ρωσία και το Ισραήλ θα κλιμακωθούν».
Και όλα αυτά είναι αλήθεια.
Σε ένα νέο σκηνικό
Η φετινή Biennale ανοίγει μέσα σε πρωτοφανή πολιτική ένταση. Με αφορμή την επιστροφή της Ρωσίας στη διοργάνωση για πρώτη φορά μετά την εισβολή στην Ουκρανία το 2022, μέλη της αντι-κρεμλινικής ομάδας Pussy Riot και ακτιβίστριες της ουκρανικής FEMEN πραγματοποίησαν διαδηλώσεις μπροστά από το ρωσικό περίπτερο στην 61η Biennale Arte 2026, στα Giardini, φορώντας ροζ μπαλακλάβες, κρατώντας ουκρανικές σημαίες και ανάβοντας καπνογόνα στα χρώματα της Ουκρανίας. Οι διαδηλωτές προσπάθησαν να προσεγγίσουν ή και να εισέλθουν στο ρωσικό περίπτερο, όμως αστυνομικές δυνάμεις τούς απέτρεψαν, ενώ η λειτουργία του περιπτέρου διακόπηκε προσωρινά για περίπου μισή ώρα. Συνθήματα όπως «Nο Putin in Venice» και «Russia’s art is blood» κυριάρχησαν στις κινητοποιήσεις. Αποτέλεσμα των αντιδράσεων είναι το ρωσικό περίπτερο (με τίτλο «The Tree is Rooted in the Sky») να παραμένει προσβάσιμο μόνο κατά τις ημέρες προεπισκόπησης για τον Τύπο και όχι για το ευρύ κοινό, γεγονός που ερμηνεύεται ως προσπάθεια περιορισμού νέων επεισοδίων. Παρ’ όλα αυτά, οι κινητοποιήσεις συνεχίστηκαν και μεταφέρθηκαν ακόμη και έξω από τα κεντρικά γραφεία της Biennale στη Βενετία.
Η υπόθεση έχει προκαλέσει βαθύτερη κρίση στη φετινή διοργάνωση. Η συμμετοχή της Ρωσίας και του Ισραήλ οδήγησε ακόμη και στην παραίτηση της διεθνούς κριτικής επιτροπής των Χρυσών Λεόντων, μία ανάσα πριν από την έναρξη της 61ης Biennale, ενώ περισσότεροι από διακόσιοι καλλιτέχνες και επιμελητές υπέγραψαν διαμαρτυρίες για τη διοργάνωση.
Αυτό αλλάζει όλη την ατμόσφαιρα. Δεν είναι πια η Biennale της «celebration culture» των προηγούμενων χρόνων. Είναι μια Biennale νευρική, διχασμένη, ηλεκτρισμένη. Και γι’ αυτό, ίσως, πιο αληθινή από ποτέ.
Μια γνώριμη —κι όμως, «νέα» εμπειρία
Μπαίνοντας στο Arsenale, νιώθεις σαν να περνάς σε άλλη διάσταση. Το «In Minor Keys» δεν σε χτυπά θεαματικά. Σε διαπερνά αργά. Οι εγκαταστάσεις δεν κραυγάζουν. Ψιθυρίζουν. Ήχοι χαμηλής έντασης, σκοτεινοί χώροι, σώματα που κινούνται σχεδόν τελετουργικά. Η παρουσία του Καλέντ Σαμπσάμπι για την Αυστραλία γίνεται ήδη το πρώτο μεγάλο θέμα συζήτησης. Η εμβυθιστική εγκατάστασή του, βαθιά επηρεασμένη από τον σουφισμό και τη μνήμη της μετανάστευσης, θεωρείται από πολλούς η πιο συγκινητική δουλειά της Biennale.
Κάποιος δίπλα σου λέει: «Αυτό συμβαίνει όταν η πνευματικότητα αντικαθιστά το θέαμα».
Και πράγματι: το 2026 μοιάζει να είναι η χρονιά όπου η τέχνη κουράστηκε να είναι ινσταγκραμική και θέλει να γίνει ξανά υπαρξιακή.










Στο βρετανικό περίπτερο, η Λουμπάινα Χίμιντ μετατρέπει τον χώρο σε μια παράξενη, θεατρική γεωγραφία μνήμης, αποικιοκρατίας και μαύρης βρετανικής εμπειρίας. Το κοινό μπαίνει αργά, σχεδόν σιωπηλό. Κάποιοι συγκινούνται πραγματικά. Άλλοι κοιτούν διαρκώς ποιος βρίσκεται στον χώρο — επειδή στη Biennale όλοι παρατηρούν όλους.
Το γαλλικό περίπτερο με την Ίτο Μπαράντα προσελκύει τους «θεωρητικούς» της τέχνης. Το ιαπωνικό περίπτερο χαρακτηρίζεται από πολλούς (μεταξύ των οποίων και ο γράφων — και μάλιστα μετ’ ενθουσιασμού) ως το πιο ποιητικό της χρονιάς. Η επιστροφή της Ινδίας μετά από χρόνια απουσίας δημιουργεί τεράστια συζήτηση στους διεθνείς κύκλους.
Και μετά έρχεται η Ελλάδα.
«Κάτι πολύ καλό συμβαίνει στο ελληνικό περίπτερο»
Το ελληνικό περίπτερο (με τον Μητροπολιτικό Οργανισμό Μουσείων Εικαστικών Τεχνών Θεσσαλονίκης-MOMUS να λειτουργεί ως Εθνικός Επίτροπος της ελληνικής συμμετοχής στην 61η La Biennale di Venezia) είναι από εκείνα που όλοι συζητούν πριν ακόμη μπουν μέσα. Ο εικαστικός και αρχιτέκτονας Ανδρέας Αγγελιδάκης παρουσιάζει (σε επιμέλεια Γιώργου Μπεκιράκη) το «Escape Room», μια εγκατάσταση που μετατρέπει το ίδιο το περίπτερο σε ψυχολογικό λαβύρινθο. Πλατωνικό σπήλαιο, ψηφιακή προπαγάνδα, «soft ruins», αρχιτεκτονικά θραύσματα και ένας υπόγειος στοχασμός πάνω στην αλήθεια στην εποχή της αλγοριθμικής πραγματικότητας.
Το περίπτερο, ως δωμάτιο απόδρασης, μετατρέπεται στην ενσάρκωση μιας πραγματικότητας που μοιάζει με παιχνίδι, ενώ σε συμβολικό επίπεδο φέρει το παράδοξο ενός κτηρίου που προσπαθεί να ξεφύγει από τον «εαυτό» του — και, άρα, από την ίδια την ιστορία του. Μέσα από μια βαθιά κατάδυση στο ίδιο του το παρελθόν, το ελληνικό περίπτερο συναντά μια «σέλφι τραβηγμένη στο μπάνιο», όπου ο καθρέφτης έχει κολλήσει για πάντα στο Έτος Μηδέν (1934): τη χρονιά που οι ναζί ξεκίνησαν τους διωγμούς κατά των ομοφυλόφιλων, ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι συναντήθηκαν για πρώτη φορά στη Βενετία (στον απόηχο των σαρωτικών εκλογικών τους επικρατήσεων) και πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια του ελληνικού και του αυστριακού περιπτέρου.












«Εγώ δεν θα σας μιλήσω, ασφαλώς, για το καλλιτεχνικό έργο, μια και υπάρχουν άλλοι, πολύ πιο αρμόδιοι από εμένα. Άλλωστε, αυτό το έργο, νομίζω, είναι τόσο εντυπωσιακό και τόσο ισχυρά δομημένο, που μιλάει μόνο του, που μιλάει στον καθένα», δήλωσε ο υφυπουργός Πολιτισμού, αρμόδιος για θέματα Σύγχρονου Πολιτισμού, Ιάσων Φωτήλας, στα εγκαίνια του ελληνικού περιπτέρου. «Εγώ αυτό στο οποίο θέλω να εστιάσω και να αναφερθώ είναι αυτό που δεν φαίνεται: είναι η δουλειά που έχει γίνει στο ελληνικό περίπτερο από τον Εθνικό μας Επίτροπο, που είναι ο Μητροπολιτικός Οργανισμός Μουσείων Εικαστικών Τεχνών Θεσσαλονίκης-MOMUS. Η δουλειά που έχει γίνει στις παρεμβάσεις, η δουλειά που έχει γίνει στα συστήματα ασφαλείας και τις κατασκευές, η δουλειά που έχει γίνει στις υποδομές, έτσι ώστε να μπορεί αυτό το έργο να παρουσιαστεί με ολοκληρωμένη μορφή και χωρίς κανέναν περιορισμό. Ξέρετε, η οργανωτική δουλειά είναι πετυχημένη όταν δεν φαίνεται. Όταν αφήνει το έργο και τον καλλιτέχνη να εκφραστούν, όταν αφήνει το έργο να μιλήσει μόνο του. Το υπουργείο Πολιτισμού, η υπουργός, Λίνα Μενδώνη, και εγώ προσωπικά ήμασταν και είμαστε πάντοτε στη διάθεση του επιτρόπου, του καλλιτέχνη και της ομάδας του, ώστε να μπορέσουμε να παρουσιάσουμε μια σημαντική πρόταση, η οποία είμαι σίγουρος ότι θα προκαλέσει ενδιαφέροντα διάλογο. Θέλω να ευχαριστήσω τον στρατηγικό υποστηρικτή της ελληνικής συμμετοχής, που είναι το Ίδρυμα Ωνάση, καθώς και όλους τους υποστηρικτές της ελληνικής συμμετοχής».
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος του Mητροπολιτικού Οργανισμού Μουσείων Εικαστικών Τεχνών Θεσσαλονίκης-MOMUS, Επαμεινώνδας Χριστοφιλόπουλος, δήλωσε: «Πριν από μερικούς μήνες, αναλάβαμε με ενθουσιασμό και αίσθημα ευθύνης τον ρόλο του εθνικού επιτρόπου — μια ανάθεση που μας έδωσε την ευκαιρία να υπηρετήσουμε ένα ιδιαίτερα φιλόδοξο εγχείρημα και να συμβάλουμε ουσιαστικά στην εθνική παρουσία στη Βενετία, μέσα από το ‘Escape Room’ του Ανδρέα Αγγελιδάκη. Με την αμέριστη υποστήριξη του υπουργείου Πολιτισμού, υλοποιήσαμε ένα εκτεταμένο και απαιτητικό έργο σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Σήμερα στεκόμαστε μπροστά στο αποτέλεσμα με την πεποίθηση ότι οι επισκέπτες του ελληνικού περιπτέρου θα ζήσουν μια εμπειρία που αγγίζει κάτι ουσιαστικό».
Για την εγκατάσταση του «Escape Room» εκδόθηκε ειδικός κατάλογος, στον οποίο ο επιμελητής της εγκατάστασης, Γιώργος Μπεκιράκης, γράφει μεταξύ άλλων: «Το ‘Escape Room’ παρουσιάζει στον θεατή μια αναλογία της ζωής υπό τη σκιά του καπιταλισμού. Τα ίχνη βρίσκονται παντού. Το παιχνίδι από το οποίο πρέπει να δραπετεύσουμε δεν είναι ένα δωμάτιο, αλλά ένα βαθύ σκοτεινό σπήλαιο, θωρακισμένο από το βούισμα εκατομμυρίων εικόνων που περιφέρονται στις οθόνες μας. Υπαρκτές και σουρεαλιστικές πραγματικότητες συγκρούονται σε πλατφόρμες που απομυζούν την προσοχή μας, ενώ ταυτόχρονα εξυπηρετούν εθνικές ατζέντες και εμπορικά ενδιαφέροντα. Σε αυτό το έργο, ο Ανδρέας Αγγελιδάκης αντιστρέφει τις χωρικές ιεραρχίες, δημιουργώντας το παράδοξο ενός κατοικήσιμου ερειπίου μέσα στο ψηφιακό πανοπτικό. Εν τέλει, προσφέρει εχέμυθα στο κοινό ενδείξεις τις οποίες εκείνο μπορεί είτε να σταχυολογήσει είτε απλώς να προσπεράσει. Επί της ουσίας, καλείται ο ίδιος ο θεατής να αποφασίσει πώς θα ασκήσει την ικανότητά του να δράσει και που θα κατευθύνει την προσοχή του. Άλλωστε, είναι απλώς ένα παιχνίδι».
Η ουρά ήδη από την πρώτη ημέρα των pre-opening days ήταν τεράστια. Μέσα, οι επισκέπτες κινούνται σχεδόν αμήχανα. Κάποιοι ξαπλώνουν πάνω στις «μαλακές» αρχιτεκτονικές φόρμες. Άλλοι φωτογραφίζουν μανιωδώς. Ένας διάσημος επιμελητής από τη Νέα Υόρκη ακούγεται να λέει πίσω μου: «Αυτό είναι το πρώτο περίπτερο που πραγματικά κατανοεί το διαδίκτυο ως αρχιτεκτονική». Και στη (μακρά!) ουρά για να μπεις στο αυστριακό περίπτερο (ένα από τα πιο δημοφιλή σημεία στα Giardini — ίσως λόγω του θορύβου που προκάλεσε η εκτεταμένη χρήση γυμνών σωμάτων, αλλά και ο κάποιες φορές προκλητικός στα όρια του γκροτέσκου χειρισμός τους) δύο ζευγάρια —το ένα μιλούσε Αγγλικά, το άλλο Γερμανικά)— μοιράζονται με διαφορά μισής ώρας περίπου τις ίδιες σκέψεις, αλλά και τον ενθουσιασμό τους για την ελληνική συμμετοχή.
Καλά πήγε αυτό…
Η «άλλη» Biennale
Το βράδυ, η Biennale μεταφέρεται έξω από τα περίπτερα. Και εκεί αρχίζει το πραγματικό θέατρο.
Σε ένα παλάτσο κοντά στο Μεγάλο Κανάλι η Chanel διοργανώνει το πιο πολυσυζητημένο δείπνο της εβδομάδας. Η Πάτι Σμιθ τραγουδά σχεδόν α καπέλα κάτω από πολυελαίους Μουράνο, ενώ γύρω της κάθονται καλλιτέχνες, σχεδιαστές, συλλέκτες και επιμελητές που μοιάζει να γνωρίζονται όλοι μεταξύ τους εδώ και δεκαετίες. Και μάλλον έτσι είναι.
Στα τραπέζια ακούς φήμες: ότι μεγάλοι συλλέκτες ήδη «κλείνουν» έργα πριν καν ανοίξει επίσημα η Biennale. Ότι δύο mega galleries ετοιμάζουν μεταγραφές καλλιτεχνών μέσα στις επόμενες εβδομάδες. Ότι ορισμένοι επιμελητές χρησιμοποίησαν τη Biennale ως οντισιόν για τη Documenta. Ότι κάποιοι καλλιτέχνες δεν μιλούν πλέον μεταξύ τους εξαιτίας πολιτικών διαφορών γύρω από τη Γάζα και την Ουκρανία.
Κάπου στο Cannaregio, ένα μικρό afterparty γίνεται ξαφνικά σημαντικότερο από όλα τα επίσημα δείπνα. Επειδή εκεί δεν υπάρχουν χορηγοί και branded cocktails. Υπάρχουν μόνον εξαντλημένοι καλλιτέχνες που μιλούν ειλικρινά. Κάποιος λέει: «Ο κόσμος της τέχνης καταρρέει οικονομικά». Ένας άλλος απαντά: «Όχι, καταρρέει ηθικά». Και μια νέα καλλιτέχνις από τη Λατινική Αμερική σχολιάζει: «Ίσως αυτή η κατάρρευση να την κάνει, επιτέλους, ανθρώπινη ξανά».
Αυτή είναι η Biennale που δεν φαίνεται στις φωτογραφίες. Η Biennale των εξαντλημένων σωμάτων, των διαλυμένων προϋπολογισμών, των επιμελητών που παθαίνουν κρίση πανικού στα βαπορέτι, των καλλιτεχνών που περιμένουν χρόνια γι’ αυτήν τη στιγμή και μετά δεν ξέρουν τι να κάνουν, όταν τελικά έρθει.
Και, την ίδια ώρα, η Βενετία παραμένει αδιάφορα πανέμορφη. Τα νερά αντανακλούν φώτα από openings. Οι γόνδολες περνούν αργά δίπλα από πάρτι σύγχρονης τέχνης εκατομμυρίων ευρώ. Τουρίστες που δεν έχουν ιδέα τι συμβαίνει βλέπουν ξαφνικά τον Άρθουρ Τζάφα να καπνίζει έξω από ένα μπαρ ή μια διάσημη performance artist να τρώει μόνη της ζυμαρικά στις δύο το πρωί. Επειδή στη Biennale καταρρέει κάπως και η απόσταση ανάμεσα στον μύθο και τον άνθρωπο.
Κι όμως…
Το πιο συγκλονιστικό συμβαίνει, ίσως, αργά το βράδυ της 7ης Μαΐου. Περπατάς μόνος κοντά στο Arsenale. Οι περισσότεροι έχουν φύγει για δείπνα και πάρτι. Η πόλη ησυχάζει. Και τότε συνειδητοποιείς κάτι.
Η Biennale δεν είναι, τελικά, έκθεση. Είναι κατάσταση ύπαρξης. Μια προσωρινή πόλη μέσα στην πόλη, όπου άνθρωποι απ’ όλον τον κόσμο συναντιούνται επειδή εξακολουθούν —παρά την πολιτική, τον κυνισμό, την αγορά, το branding και τις κρίσεις— να πιστεύουν ότι η τέχνη μπορεί ακόμη να παράγει νόημα.
Και αυτό, σχεδόν στα μέσα του 2026, μοιάζει σχεδόν επαναστατικό.








