Φωτογραφίες: ΣΑΚΗΣ ΓΙΟΥΜΠΑΣΗΣ.
Το βουκολικό δράμα «Γκόλφω» γράφτηκε το 1893 και από το πρώτο του ανέβασμα αγαπήθηκε από το κοινό. Αποτελεί σταθμό στη νεοελληνική δραματουργία, ενώ παρουσιάστηκε σε όλη την τότε επικράτεια, αλλά και σε πόλεις τού εξωτερικού με έντονο το ελληνικό στοιχείο. Η επιτυχία του ήταν τόσο μεγάλη, που το 1914 έγινε μία από τις πρώτες ελληνικές κινηματογραφικές ταινίες.
Ας ξεκινήσουμε με τα αυτονόητα: πώς περάσατε το διάστημα της καραντίνας και πόσο σας επηρέασε ως ηθοποιό;
Στο σπίτι, όπως οι περισσότεροι. Το lockdown με πέτυχε σε μια περίοδο με πάρα πολλή δουλειά, οπότε είχα ανάγκη λίγο χρόνο για ξεκούραση. Και τον βρήκα. Από την άλλη, είχα άγχος για το «μετά». Δεν ήξερα πόσο καιρό θα κρατήσει αυτή η ξεκούραση, αν θα συνεχιστούν οι παραστάσεις που κατέβηκαν, αν θα ξεκινήσουν οι πρόβες για το καλοκαίρι, αν θα μας φτάσει ο χρόνος, κάτω από ποιες συνθήκες θα ανεβούν οι επόμενες παραστάσεις και αν αυτό θα είναι εφικτό. Το όλο θέμα με τις μάσκες και τις αποστάσεις μού φαινόταν αδιανόητο να συμβεί στη σκηνή. Πολλές ερωτήσεις…

Πώς καταφέρνει ένα έργο που γράφηκε πριν από περίπου 120 χρόνια να είναι τόσο αγαπητό στο σημερινό κοινό;
Το έργο αυτό μου θυμίζει πολύ την παραδοσιακή μας μουσική. Μιλάει με τον πιο απλό τρόπο για τα πιο μεγάλα πράγματα – την αγάπη, τον θάνατο, την προδοσία, τη συγχώρεση, τη φτώχεια και τα πλούτη, τη σχέση των γονιών με τα παιδιά τους, την τιμή. Έχει μιαν οικουμενικότητα. Δεν μπορώ να φανταστώ εποχή, προγενέστερη ή μελλοντική, όπου τα θέματα αυτά να μην απασχολούν τον άνθρωπο. Προσωπικά, το έργο αγγίζει μιαν ευαίσθητη χορδή μου και με συγκινεί πολύ.
ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΕΡΩΤΕΥΟΝΤΑΙ, ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΠΑΝΤΡΕΥΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΤΟ ΧΡΗΜΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΛΟΥΤΗ, ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΠΑΛΕΥΟΥΝ ΝΑ ΒΙΟΠΟΡΙΣΤΟΥΝ, ΧΩΡΙΖΟΝΤΑΙ ΣΕ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΤΑΞΕΙΣ, ΕΠΙΧΕΙΡΩΝΤΑΣ ΝΑ ΔΙΑΛΥΣΕΙ Η ΜΙΑ ΤΗΝ ΑΛΛΗ, ΠΡΟΣΠΑΘΩΝΤΑΣ ΝΑ ΑΝΕΒΟΥΝ ΠΙΟ ΨΗΛΑ. ΠΛΗΓΩΝΟΥΜΕ Ο ΕΝΑΣ ΤΟΝ ΑΛΛΟ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΖΗΤΑΜΕ ΣΥΓΧΩΡΕΣΗ – ‘Η ΟΧΙ…
Πόσο έχει «πειραχτεί» το θεατρικό σε σχέση με το πρωτότυπο; Να περιμένουμε βουκολικό τοπίο με βοσκούς, βοσκοπούλες και τσέλιγκες ή θα δούμε κάτι διαφορετικό;
Θα δείτε, εκ των πραγμάτων, κάτι πιο αφαιρετικό. Το κείμενο έχει κρατηθεί σε μεγάλο βαθμό, απλώς έχουμε αφαιρέσει στίχους, ώστε να έχουμε ένα πιο συμπαγές αποτέλεσμα. Οι στίχοι των τραγουδιών έχουν ξαναγραφτεί. Είμαστε πέντε ηθοποιοί (και ένας μουσικός επί σκηνής) σε πολλαπλή διανομή, οπότε έχουμε προσαρμόσει κάποιες σκηνές στο να μπορέσουν να παιχτούν από τους πέντε μας. Είμαστε ένας περιοδεύων θίασος που ανεβάζει την παράσταση «Γκόλφω». Υπάρχει κάτι κλασικό, ιδωμένο όμως με μια σύγχρονη ματιά. Είμαστε βοσκοί και βοσκοπούλες σε ένα πιο αφαιρετικό σκηνικό, που κάθε τόσο παίρνει διαφορετική μορφή, ώστε να εξυπηρετήσει διάφορα μέρη. Η μουσική τής παράστασης συμβάλλει στο να φτιαχτεί το περιβάλλον, αλλά και στο να υπογραμμιστεί ο συναισθηματικός κόσμος των χαρακτήρων.
Έχετε σημαντικές σπουδές πάνω στη μουσική και το τραγούδι. Πόσο αξιοποιούνται στην παράσταση;
Στην παράσταση υποδύομαι τη Γκόλφω, η οποία τραγουδάει. Τραγουδάει στον Τάσο, στα βουνά και στα πουλιά, τραγουδάει όταν αγαπάει, αλλά και όταν πονάει. Πέρα απ’ αυτό, έχω αναλάβει και τη μουσική διδασκαλία των τραγουδιών που έχει γράψει ο Άλκης Κανίδης, σε στίχους Χρήστου Παπαδημητρίου.

Πόσο έχουν αλλάξει οι ανθρώπινες σχέσεις από την εποχή που πρωτοανέβηκε το έργο; Θα μπορούσε ο Τάσος και η Γκόλφω να είναι άνθρωποι του σήμερα;
Ο Τάσος και η Γκόλφω είναι άνθρωποι του σήμερα – και του κάθε σήμερα. Έχουν αλλάξει τα δεδομένα, οι συνθήκες, η καθημερινότητα των ανθρώπων, αλλά τα ζητούμενα είναι τα ίδια. Ναι: ακόμη και σήμερα οι άνθρωποι ερωτεύονται, ακόμη και σήμερα παντρεύονται για το χρήμα και τα πλούτη, ακόμη και σήμερα παλεύουν να βιοποριστούν, χωρίζονται σε κοινωνικοοικονομικές τάξεις, επιχειρώντας να διαλύσει η μία την άλλη, προσπαθώντας να ανεβούν πιο ψηλά. Πληγώνουμε ο ένας τον άλλο και μετά ζητάμε συγχώρεση – ή όχι… Ακόμη και σήμερα, οι μάνες αγχώνονται για την τιμή τής κόρης τους και το αν θα παντρευτεί και θα κάνει παιδιά και όχι για το αν είναι χαρούμενη. Ακόμα και σήμερα ακολουθούμε κοινωνικές επιταγές για το πώς θα έπρεπε να είναι η ζωή μας. Αν βγάλεις τις φουστανέλες, το έργο θα μπορούσε να είχε γραφτεί χθες.
Σε λίγες ημέρες ξεκινά για εσάς η καλοκαιρινή σεζόν. Ποια είναι η εκτίμησή σας για το φετινό θεατρικό καλοκαίρι;
Θέλω να βλέπω τα πράγματα με αισιόδοξη ματιά. Από τη στιγμή που ο κόσμος γεμίζει τα μαγαζιά, τις καφετέριες και τις παραλίες, πιστεύω ότι θα γεμίσει και τα θέατρα. Ειδικά τώρα, που η επιτρεπόμενη χωρητικότητα ανέβηκε στο 75%. Οπότε, ελπίζω κατ’ αρχήν να έχουμε υγεία και να είμαστε προσεκτικοί, ώστε να μη βιώσουμε δεύτερο κύμα τού ιού. Και ύστερα, σιγά σιγά, όλα θα γίνουν, δεν μας φοβάμαι. Δεν μου αρέσει να λέω «θα επιστρέψουμε στην κανονικότητά μας», επειδή δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό. Τι είναι κανονικό; Αυτό που γνωρίζω μέχρι σήμερα; Αυτό που έχω συνηθίσει;








