Κείμενο: ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΑΝΘΙΔΟΥ*
Πολλές φορές μού έχουν κάνει την ερώτηση «τι σημαίνει για εσένα το κρασί;». Συνήθως δίνω κλισέ απαντήσεις – ότι πρόκειται για ένα όμορφο προϊόν, ότι είναι πολιτισμός ή ότι μου αρέσει να το συνδυάζω με το τρόφιμο ή το φαγητό που θα του ταιριάξει γάντι.
Όχι ότι δεν είναι όλα αυτά: απλά, είναι πολύ περισσότερα.
Ένα ποτήρι κρασί για εμένα είναι ένας ολόκληρος κόσμος. Το χρώμα του, λευκό, ροζέ ή ερυθρό, με τις όποιες αποχρώσεις τους, αντιστοιχίζεται στο μυαλό μου με έναν πλούσιο σε χρώματα ιμπρεσιονιστικό πίνακα, όπου το ποτήρι αποτελεί την κορνίζα του. Μέσα σ’ αυτό το ποτήρι ξεχωρίζω καθαρά τον αμπελώνα, την κλίση τού εδάφους, τη διάταξη των κλημάτων, το φύλλωμά τους που παιχνιδίζει από ένα αεράκι, το γόνιμο χώμα με το αποτύπωμα της μπότας τού αμπελουργού, τους καρπούς που γεννιούνται κάθε άνοιξη και τρυγούνται το φθινόπωρο, τα κλαδευτήρια που κινούνται στον δικό τους ρυθμό (στο δικό μου μυαλό αυτός είναι της acid jazz), τα τελάρα γεμάτα ζουμερό φρούτο.
Στη συνέχεια, το νοερό μου βλέμμα ανοίγει την πόρτα τού οινοποιείου και ακολουθεί τα τρυγημένα σταφύλια στη σταφυλοδόχο, στο ξεδιάλυμα, στο πιεστήριο και μετά –τον χυμό, πλέον– στις δεξαμενές ή στα βαρέλια, απ’ όπου ο οινοποιός θα περάσει ξανά και ξανά να δοκιμάσει την ωρίμανση ή την παλαίωση, άλλοτε για λίγες ημέρες, άλλοτε ολόκληρους μήνες και άλλοτε για χρόνια.
Στέκομαι για λίγο στους χώρους παλαίωσης με τα βαρέλια, που λατρεύω, ενώ τα δρύινα αρώματα προκαλούν τον νου μου να φανταστεί την εξέλιξη των χυμών που βρίσκονται στο σώμα τους, με βουτυράτες νύξεις και μπαχαρικά, γλυκά και πιπεράτα.
Αρώματα και γεύσεις παιδικής ηλικίας
Κάπου εδώ όμως το ταξίδι μέσα σ’ ένα ποτήρι –ήδη με την πρώτη γουλιά και την αίσθηση στο στόμα– γίνεται από νοερό, πραγματικότητα, με θύμησες από αρώματα (πότε από την παιδική ηλικία, πότε από το σήμερα) να ανακατεύονται. Το αγιόκλημα που είχαμε στο εξοχικό μας, ένα καλοκαίρι στη Ζάκυνθο, όπου παντού μύριζε το μπουγαρίνι, τους δρόμους με τις νεραντζιές στον Βόλο, τη λεμονιά στο μπαλκόνι μου, τα γλυκά τού κουταλιού που έφτιαχνε η γιαγιά μου η Αλεξάνδρα με όποιο φρούτο, ακόμη και ζαρζαβατικό, ήταν της εποχής, το λικέρ βύσσινο που έπινα κρυφά, γουλιά γουλιά, μικρούλα, τα ζαχαρωτά από το ψιλικατζίδικο πηγαίνοντας στο δημοτικό, τις μυρουδιές στην κουζίνα από τα ευλογημένα κυριακάτικα μεσημεριανά τραπέζια, την πληθώρα των μυρωδικών που έβαζε στα φαγητά της η γιαγιά μου η Έλλη, το φρεσκοψημένο ψωμί από τον φούρνο τής παλιάς μου γειτονιάς, τη βενζίνη από το καθαριστήριο απέναντι από το πατρικό μου.
ΕΝΑ ΠΟΤΗΡΙ ΚΡΑΣΙ ΓΙΑ ΕΜΕΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΟΛΟΚΛΗΡΟΣ ΚΟΣΜΟΣ. ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΤΟΥ, ΛΕΥΚΟ, ΡΟΖΕ Ή ΕΡΥΘΡΟ, ΜΕ ΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΑΠΟΧΡΩΣΕΙΣ ΤΟΥΣ, ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΤΡΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ ΜΟΥ ΜΕ ΕΝΑΝ ΠΛΟΥΣΙΟ ΣΕ ΧΡΩΜΑΤΑ ΙΜΠΡΕΣΙΟΝΙΣΤΙΚΟ ΠΙΝΑΚΑ, ΟΠΟΥ ΤΟ ΠΟΤΗΡΙ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΤΗΝ ΚΟΡΝΙΖΑ ΤΟΥ.
Όλος αυτός ο πλούτος –κι άλλος τόσος ακόμη– μέσα σε λίγες μόνο γουλιές από κρασί έχει τη δύναμη, σαν ένα μαγικό ραβδί, να μεταμορφώσει κάθε στιγμή και από ρουτίνα να γίνει ενδιαφέρουσα. Από καθημερινή, γιορτινή. Από αδιάφορη, χαρούμενη. Και ακόμη περισσότερο: έχει τη δυνατότητα να μετουσιώνει ένα απλό φαγητό, ένα σάντουιτς ή μια σαλάτα σε ένα ευφάνταστο γεύμα, ένα γκουρμέ πιάτο σε ένα πραγματικό πάρτι πανδαισίας αρωμάτων που ισορροπούν απόλυτα μεταξύ τους – και τότε, απλώς, τίποτα δεν είναι πια ίδιο: η στιγμή έχει μεταμορφωθεί, η μαγεία έχει ολοκληρωθεί.
Κι αν όλα αυτά μπορούν να συμβούν με τη φαντασία μας μέσα σε μόλις λίγα δευτερόλεπτα, αναλογίζομαι πόσες εικόνες μπορεί να προσφέρει και πόσες αισθήσεις να ξεσηκώσει μία επίσκεψη σε οινοποιείο. Αν ένα και μόνο ποτήρι κρασί έχει αυτήν τη μαγική δύναμη, μπορούμε να αναλογιστούμε πως η εμπειρία που προσφέρει ο οινοτουρισμός είναι μοναδική και ασύγκριτη, φτάνει να έχουμε το μυαλό και την ψυχή ξεκλείδωτα και φιλόξενα.
(Πληροφορίες για το οινοτουριστικό δίκτυο επισκέψιμων οινοποιείων «Δρόμοι τού Κρασιού τής Βορείου Ελλάδος» μπορείτε να βρείτε στην ιστοσελίδα wineroads.gr).








