Το μεσημέρι τής Κυριακής 12 Φεβρουαρίου ήταν μια εξαιρετικά ηλιόλουστη ημέρα στο Μόναχο, την πρωτεύουσα της Βαυαρίας. Και όχι απλώς ηλιόλουστη, αλλά και αρκετά ζεστή για την εποχή – σε ένα καιρικό παράδοξο, σίγουρα η θερμοκρασία ήταν υψηλότερη από την αντίστοιχη που επικρατούσε την ίδια ώρα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη.
Η κυριακάτικη καλοκαιρία ήταν, σε κάθε περίπτωση, ένας από τους παράγοντες που έβγαλαν στον δρόμο αρκετούς Βαυαρούς. Σίγουρα, όμως, δεν ήταν ο μόνος λόγος που έφερε κυριακάτικα μερικές εκατοντάδες Γερμανούς στο κατώφλι του «Lump, Stein und Küchenmeister», ενός από τους πιο αγαπημένους πολυχώρους τής γερμανικής μεγαλούπολης, με ένα ατμοσφαιρικό μπαρ στο υπόγειο (όπου, κάτω από πετρόχτιστες, υπεραιωνόβιες αψίδες, σερβίρονται τάπας, υπέροχα λουκάνικα και εκλεκτές κοπές κρέατος), αλλά και μια εξίσου κομψή μπρασερί στον όροφο (όπου προσφέρεται «πειραγμένη» βαυαρική κουζίνα, συνοδεία μιας εξαιρετικά ενημερωμένης λίστας κρασιών).

Και ήταν, πράγματι, τα κρασιά αυτά που συγκέντρωσαν τόσους οινόφιλους κάτω από την ίδια στέγη – και όχι όποια κι όποια κρασιά, αλλά κρασιά ελληνικά, όλα Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης-Προστατευμένης Γεωγραφικής Ένδειξης (ΠΟΠ-ΠΓΕ) από περισσότερα από 30 ελληνικά οινοποιεία, τα οποία έφτασαν στο ποτήρι ενός πολυσυλλεκτικού και προσεκτικά επιλεγμένου κοινού επαγγελματιών κρασιού, influencers, δημοσιογράφων και αγοραστών υψηλών προδιαγραφών, στο πλαίσιο μιας εξαιρετικά σημαντικής πρωτοβουλίας εξωστρέφειας από την Εθνική Διεπαγγελματική Οργάνωση Αμπέλου και Οίνου (ΕΔΟΑΟ). Μιας σειράς δράσεων παρουσίασης ελληνικών οίνων ΠΟΠ-ΠΓΕ στην Κολωνία, το Μόναχο και το Βερολίνο, που περιελάμβαναν συνεντεύξεις Τύπου, walkaround tastings, masterclasses και VIP γεύματα και δείπνα και πραγματοποιήθηκαν στις 9, στις 12 και στις 15 Φεβρουαρίου.

Προφανώς, η επιλογή των πόλεων κάθε άλλο παρά τυχαία ήταν. Η Κολωνία (όπου οι εκδηλώσεις φιλοξενήθηκαν στο «Dein Speisalon») είναι η πόλη με την υψηλότερη πυκνότητα σε wine bars και wine restaurants στη Γερμανία (διαθέτει, μάλιστα, σχεδόν 40 εστιατόρια με αστέρι Μισλέν!) και μία από τις πλέον πυκνοκατοικημένες γερμανικές περιοχές. Νέα εστιατόρια ανοίγουν στην Κολωνία σχεδόν κάθε εβδομάδα, η ελληνική κοινότητα περιλαμβάνει 100.000 άτομα και η αγοραστική δύναμη είναι απίστευτα υψηλή. Πρόκειται για μια πόλη ανοιχτή σε νέες προτάσεις.
Το Μόναχο, την ίδια στιγμή, είναι μια οινική σκηνή με μεγάλη αγοραστική δύναμη, ενδιαφέρον για νέες προτάσεις και ανοιχτή σε νέα στιλ κρασιών και οινοποιών. Η ευαισθητοποίηση για τα premium προϊόντα είναι έντονη, με τους καταναλωτές υψηλού επιπέδου και την κορυφαία κοινότητα γαστρονομίας να καθιστούν την πρωτεύουσα της Βαυαρίας μία από τις σημαντικότερες αγορές κρασιού παγκοσμίως.
Και, ασφαλώς, το Βερολίνο, είναι το χωνευτήρι όπου δημιουργούνται όλες οι τάσεις που είναι σημαντικές για τη Γερμανία σήμερα, καθώς συγκεντρώνει τους σημαντικότερους διαμορφωτές κοινής γνώμης. Οι καταναλωτές είναι υψηλού επιπέδου, με την αγορά τής πόλης να είναι και εδώ ανοιχτή στις νέες προτάσεις.
Ήταν σ’ αυτές ακριβώς τις αγορές όπου η ΕΔΟΑΟ φρόντισε να παρουσιάσει ορισμένες από τις αξιολογότερες ελληνικές ποικιλίες: γλυκό Muscat από τη Σάμο και άλλες περιοχές τού Αιγαίου, αλλά και μπλεντ από τις ποικιλίες Ασύρτικο, Αθήρι και Αηδάνι από τη Σαντορίνη· ρετσίνα (ίσως το ελληνικότερο από τα ελληνικά κρασιά) από Ασύρτικο, Σαββατιανό με Ροδίτη, αλλά ακόμη και Ξινόμαυρο· Ασύρτικο από την Αττική, την Πελοπόννησο, τη Σαντορίνη, τη Μεσσηνία, το Παγγαίο, τη Δράμα, την περιοχή των Μετεώρων και τη Στερεά Ελλάδα· Σαββατιανό (και μπλεντς με πρωταγωνιστή το Σαββατιανό) από το Μαρκόπουλο, από τις πλαγιές τού Κιθαιρώνα, την Αττική, τη Στερεά Ελλάδα και την Πελοπόννησο· Μοσχοφίλερο από τη Μαντινεία, την Αρκαδία και την Πελοπόννησο εν γένει, αλλά και από τη Μακεδονία, τη Μαγνησία και την περιοχή των Μετεώρων· Πρεκνάδι από την Ημαθία, Χιδηριώτικο από τη Λέσβο και μπλεντ Λαγόρθι με Ροδίτη και Chardonnay από την Αχαΐα· Μαλαγουζιά από τη Δράμα, την Επανωμή, την Πελοπόννησο και την κοιλάδα τής Αταλάντης· Ξινόμαυρο – σε μπλεντ με Νεγκόσκα από τη Γουμένισσα, αλλά και σκέτο από τη Νάουσα, τις πλαγιές τού Πάικου και από άλλες περιοχές τής Μακεδονίας· Αγιωργίτικο από τη Νεμέα, από την Πιερία (σε μπλεντ με Merlot και Syrah), από το Παγγαίο, από τη Δράμα (μαζί με Cabernet Sauvignon) και την Πελοπόννησο· Νεγκόσκα από τις πλαγιές τού Παγγαίου, Λημνιώνα από τα Μετέωρα, Λημνιό με Μαυρούδι και Μαυροτράγανο από την Επανωμή, Χιδηριώτικο από τη Λέσβο, Βλάχικο από τα Ιωάννινα, Cabernet Sauvignon από το Μέτσοβο, Μαυροτράγανο από τις Κυκλάδες, Αλιάνικο από την Αταλάντη και Μαυροδάφνη από την Αχαΐα. Μια χαρακτηριστική «γεύση» από ποικιλίες εκλεκτές και ραφιναρισμένες, οι οποίες εκπροσώπησαν έξοχα τον ελληνικό αμπελώνα, αναδεικνύοντας το terroir, αλλά και την ποιότητα που χαρακτηρίζει τη δουλειά των ελλήνων οινοπαραγωγών.
Η πραγματικότητα και η δυναμική
Η αλήθεια είναι ότι η γερμανική αγορά δεν είναι μια περιοχή άγνωστη στους έλληνες οινοπαραγωγούς – ήδη, πολλοί εξ αυτών δραστηριοποιούνται ενεργά, με τα κρασιά τους να κατευθύνονται κυρίως σε εστιατόρια με ελληνική κουζίνα, προς τέρψη καταναλωτών κατεξοχήν από την ελληνική κοινότητα της Γερμανίας.

«Πρέπει να ανοιχτούμε πέρα από αυτήν την αγορά. Τα ελληνικά κρασιά έχουν τρομερό value-for-money, τόσο αυτοτελώς όσο και –ακόμη περισσότερο– αν συγκριθούν με αντίστοιχα κρασιά από τη γαλλική, την ιταλική ή ακόμη και την ισπανική αγορά, που πρωταγωνιστούν σήμερα στις γερμανικές κάβες» εξηγεί στο Citymag ο Βασίλης, ο οποίος, ως μόνιμος κάτοικος Μονάχου επί δεκαετίες, είναι σήμερα ο μεγαλύτερος, ίσως, έμπορος ελληνικών κρασιών στη Νότια Γερμανία. «Τα ελληνικά κρασιά είναι σπουδαία – είναι σίγουρο ότι υπάρχει γι’ αυτά κοινό μεταξύ των γερμανών οινόφιλων, οι οποίοι θα τα λάτρευαν όχι μόνο για την εξαιρετική ποιότητα, αλλά και για την εξαιρετικά ανταγωνιστική τιμή τους έναντι αντίστοιχων οίνων από άλλες ευρωπαϊκές αγορές. Χρειάζεται απλώς να τους δοθεί η ευκαιρία να τα γνωρίσουν».
Μια τέτοια ευκαιρία αποτέλεσαν οι εκδηλώσεις που διοργάνωσε η ΕΔΟΑΟ στη Γερμανία – μια ευκαιρία που οι γερμανοί wine connaisseurs μάλλον εκμεταλλεύτηκαν, αν κρίνει κάποιος από τα τουλάχιστον 150 άτομα που τις παρακολούθησαν στην Κολωνία, τα σχεδόν 200 άτομα που βρέθηκαν στους χώρους όπου φιλοξενήθηκαν στο Mercury Hotel MOA τού Βερολίνου, αλλά και τα περισσότερα από 280(!) άτομα που κατέκλυσαν τους επιμέρους χώρους τού «Lump, Stein und Küchenmeister» του Μονάχου από νωρίς το μεσημέρι ώς αρκετά μετά τις 8 το βράδυ τής 12ης Φεβρουαρίου. Το μυστικό τής επιτυχίας θα πρέπει να αναζητηθεί μάλλον στους εξαιρετικούς συνεργάτες που επελέγησαν επί γερμανικού εδάφους, οι οποίοι προσέφεραν στο γερμανικό οινόφιλο κοινό μια πραγματικά «εκ των έσω» εμπειρία, που κατάφερε να συνδέσει το ελληνικό κρασί σχεδόν μεταφυσικά με τη γερμανική κουζίνα και τη γευστική παλέτα των Γερμανών – με τρόπο αναπάντεχο ακόμη και για όσους από εμάς που τις παρακολουθήσαμε είχαμε την τύχη να έχουμε ήδη γνώση τόσο των ελληνικών οίνων όσο και της γερμανικής κουζίνας.
Τα χαρούμενα πρόσωπα των οινόφιλων που πέρασαν από τις αίθουσες όπου φιλοξενήθηκαν το walkaround tastings στις τρεις γερμανικές πόλεις ήταν μάλλον αναμενόμενα, δεδομένης της ποιότητας των ελληνικών κρασιών.

Αυτό που δεν ήταν και τόσο αναμενόμενο ήταν το ιδεώδες pairing των ελληνικών κρασιών με χαρακτηριστικά πιάτα τής γερμανικής κουζίνας (και μάλιστα της βαυαρικής εκδοχής της, που είναι και η πιο «ρουστίκ» εκδοχή που μπορεί να συναντήσει ένας foodie) στα VIP γεύματα και δείπνα που οργανώθηκαν στις τρεις πόλεις, με συμμετέχοντες στελέχη τής γερμανικής αγοράς κρασιού, γευσιγνώστες και wine influencers – στη γερμανική εκδοχή τους, είναι πραγματικά βαθείς γνώστες τού κρασιού, οι οποίοι, με τη δραστηριότητα που αναπτύσσουν, προσφέρουν στην καλλιέργεια μιας θεμελιωμένης στην εμπειρία και τη γνώση οινικής συνείδησης και όχι στον εντυπωσιασμό, όμως συμβαίνει σε αρκετές καθ’ ημάς περιπτώσεις.
Καθοριστικός ήταν, ασφαλώς, ο ρόλος τής «τελετάρχου» των εκδηλώσεων: της γερμανίδας Master of Wine (MW) Ρομάνα Έχενσπέργκερ, μιας γνώστριας των ελληνικών κρασιών με αυτοπρόσωπη έρευνα σε τέτοιο βάθος, ώστε να νιώθεις ότι, μιλώντας σου για ένα συγκεκριμένο ελληνικό αμπελοτόπι, θα αρχίσει να σου αραδιάζει τοπόσημα που θα συναντήσεις στη διαδρομή προς αυτό, τα οποία σε πολλές περιπτώσεις εσύ, ο «ντόπιος», δεν έχεις καν προσέξει. Η βαθιά γνώση τής Ρομάνα συνδυάστηκε με έναν χαρακτήρα ευχάριστο και εξωστρεφή, που επέτρεψε στους συμμετέχοντες να απολαύσουν μέχρι και την τελευταία σταγόνα όχι μόνο του κρασιού, αλλά και μιας μεταλαμπαδευόμενης εμπειρίας για τον ελληνικό οινικό πολιτισμό.
Τι περιελάμβανε το food and wine pairing μενού που απολαύσαμε;
Ένα πιπεράτο και «ζωηρό» ταμπουλέ με ρόδι και κρέμα πάπρικας συναντήθηκε αρμονικά με ένα Σαββατιανό από τις πλαγιές τού Κιθαιρώνα, ένα Ασύρτικο από τη Σαντορίνη και ένα Μοσχοφίλερο από τη Μαντινεία – όλα διαφορετικά, όλα υπέροχα.
Ένας σολομός Gravlax σε ένα «κρεβάτι» από μαριναρισμένο μάραθο και κόλιανδρο (ένα πιάτο εξόχως απλό, αλλά και εξόχως καθαρό στις γεύσεις του, με βαθιά νοστιμιά που δεν χρειαζόταν περίτεχνα υλικά για να αναδειχθεί – όπως συμβαίνει πάντοτε με τις πραγματικά ποιοτικές πρώτες ύλες) «παντρεύτηκε» με Ασύρτικο από τη Μεσσηνία, αλλά και με ένα μπλεντ από Ασύρτικο και Sauvignon Blanc από τη Δράμα (το προσωπικώς αγαπημένο μου από τα δύο).
Η μεγάλη έκπληξη του γεύματος: ένα φράγκικο λουκάνικο (από τα παραδοσιακά τής Βαυαρίας, στα οποία –σε αντίθεση με τα λουκάνικα της Βόρειας Γερμανίας– το έξοχα αρτυμένο κρέας με το οποίο γεμίζονται είναι χοντροκομμένο, για να νιώθεις στο δόντι τη βαθιά νοστιμιά και την υφή του) με κραμπολάχανο, το οποίο συνδυάστηκε με Ξινόμαυρο από τη Νάουσα και με μπλεντ Ξινόμαυρου-Νεγκόσκας από τη Γουμένισσα (μία λεπτομέρεια, χαρακτηριστική τής πολυμορφικότητας των ελληνικών κρασιών: στο γεύμα στο Μόναχο, το πιάτο ήταν ξεκάθαρα ρουστίκ, βρίσκοντας στο Ξινόμαυρο το ιδανικό ταίρι του. Αντίθετα, στο Βερολίνο, όπου το παραδοσιακό λουκάνικο σερβιρίστηκε σε εκδοχή κιμά με τον οποίο γεμίστηκε το λάχανο, σαν «ντολμαδάκι», προσφέροντας ένα πιάτο σαφώς περισσότερο εστιατορικό και γκουρμέ, το μπλεντ Ξινόμαυρου-Νεγκόσκας αποδείχθηκε «το δέκα το καλό», επιφυλάσσοντας στις παραδοσιακές γερμανικές νοστιμιές μια συνοδεία που δεν θα μπορούσαν να βρουν ποτέ σε μια κλασική γερμανική μπίρα).
Για τη συνέχεια, στα πιάτα μας σερβιρίστηκε μια κοκκινιστή αρνίσια ωμοπλάτη περιχυμένη με τον σκουρόχρωμο ζωμό τού αρνιού που είχε ρεντουίρει, συνοδευόμενη από χειροποίητες ταλιατέλες – ένα πραγματικό comfort food, το οποίο συνδυάστηκε με Αλιάνικο από την κοιλάδα τής Αταλάντης και με Αγιωργίτικο από τη Δράμα (ένα food and wine pairing που πραγματικά λάτρεψαν οι γερμανοί οινόφιλοι).
Το τέλος μάς επιφύλασσε αφράτα και μοσχοβολιστά καντουτσίνι (τα παραδοσιακά ιταλικά «μπισκότα τού Πράτο» με βούτυρο αγελάδας, ζάχαρη, αβγά, αλεύρι, λουβί βανίλιας και αμύγδαλα με τη φλούδα), τα οποία έφτασαν στο τραπέζι μας συνοδεία ενός μπλεντ από 80% Ασύρτικο, 10% Αθήρι και 10% Αηδάνι από τη Σαντορίνη – ένα γλυκό και ιδιαιτέρως αρωματικό κρασί, στο οποίο η Ρομάνα επέλεξε να βουτήξει (σοφά, όπως αποδείχθηκε…) τα καντουτσίνι της, δημιουργώντας ένα εξόχως γευστικό «υβρίδιο» επιδορπίου.

Έκπληξη αποτέλεσαν και τα masterclasses, με τους Γερμανούς που προσήλθαν μαζικά για να τα παρακολουθήσουν (η πρόβλεψη των διοργανωτών για ±30 συμμετέχοντες ανά masterclass αναθεωρήθηκε θεαματικά προς τα πάνω) να ενθουσιάζονται από τη γεύση των ελληνικών κρασιών (ακόμη και της ρετσίνας εσοδείας 2019 που σερβιρίστηκε, ενός κρασιού που χρειάζεται πολύ περισσότερη «εκπαίδευση» για να το εκτιμήσει ο ουρανίσκος – ακόμη θυμάμαι την ενθουσιώδη αντίδραση μιας παρέας δύο Γερμανών και μίας Γερμανίδας γύρω στα 20-22, που κάθονταν στις καρέκλες δίπλα μου, στην πρώτη δοκιμή ρετσίνας στη ζωή τους).
Δείγμα: θετικό
Η Γερμανία αποτελεί τη σημαντικότερη αγορά εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης για το ελληνικό κρασί, με τις ποσότητες που εξάγονται να παρουσιάζουν συνεχή πτώση από το 2007, οπότε 17.546 κιλά οίνου είχαν εξαχθεί ετησίως προς τη Γερμανία ώς και το 2021, όταν η εξαγόμενη ποσότητα μειώθηκε σε 12.187 κιλά ετησίως. Την ίδια στιγμή, όμως, είναι σημαντικό ότι τα αντίστοιχα έσοδα για την Ελλάδα παρουσιάζουν μια μικρή, έστω, αύξηση (από 27.306 ευρώ το 2007 σε 28.256 ευρώ το 2021), η οποία είναι αποτέλεσμα της σημαντικής αύξησης της τιμής ανά λίτρο οίνου. Έτσι, το 2007 η μέση τιμή πώλησης του ελληνικού κρασιού στη Γερμανία ήταν 1,56 ευρώ ανά λίτρο, ενώ το 2021 η μέση τιμή διαμορφώθηκε στα 2,32 ευρώ το λίτρο. Η αύξηση της τιμής είναι εξαιρετικά σημαντική, εφόσον μάλιστα για τα ελληνικά κρασιά η Γερμανία αποτελεί αγορά-στόχο.
Στο διά ταύτα: τα ελληνικά κρασιά, παρότι υποεκπροσωπούμενα στη γερμανική αγορά (τουλάχιστον, πέραν των «κλασικών» εστιατορίων όπου συχνάζει η ελληνική κοινότητα), διαθέτουν τόσο το ποιοτικό προφίλ όσο και την εξαιρετική σχέση ποιότητας-τιμής, που θα τα επέτρεπαν να διεισδύσουν πολύ πιο δυναμικά (και πολύ πιο εκτεταμένα) στη γερμανική αγορά εστίασης, η οποία διαθέτει πελάτες με δυνατότητα να τα εκτιμήσουν, αλλά και να τα αγοράσουν. Η τάση αυτή φάνηκε πολύ έντονα στη διάρκεια των επαφών που είχαν στελέχη τής Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Αμπέλου και Οίνου, αλλά και έλληνες οινοποιοί που βρέθηκαν σε Κολωνία, Μόναχο και Βερολίνο με εκπροσώπους τής γερμανικής αγοράς εστίασης, αλλά και εμπόρους που ενδιαφέρθηκαν για κρασιά που, ώς σήμερα, περνούσαν κάτω από τα γερμανικά «ραντάρ».

Και, βέβαια, η προσπάθεια συνεχίζεται, με σειρά πρωτοβουλιών και δράσεων πρώτης γραμμής, που φιλοδοξούν να διευρύνουν ακόμη περισσότερο την αναγνωρισιμότητα των ελληνικών οίνων ως value-for-money, premium κρασιών που μπορεί (και πρέπει) να απολαμβάνει το γερμανικό και το ευρωπαϊκό οινόφιλο κοινό. Σύντομα θα μπορούμε να πούμε περισσότερα.
Όλα προοιωνίζονται μιαν εξαιρετική συνέχεια. Το Citymag θα είναι εκεί, για να παρακολουθεί αυτό το συναρπαστικό ταξίδι τού ελληνικού κρασιού στις μεγάλες αγορές τής Ευρώπης και του κόσμου.









