
Υπάρχουν άνδρες που, μετά από ένα διαζύγιο ύστερα από σαράντα χρόνια γάμου, επιλέγουν τη σιωπή. Αγοράζουν ένα σπίτι δίπλα στη θάλασσα, ανακαλύπτουν το γκολφ, γίνονται συλλέκτες κρασιών ή αφιερώνονται στα εγγόνια τους. Και υπάρχουν κι εκείνοι, λατρεμένη αναγνώστρια-λατρεμένε αναγνώστη μου, που αποφασίζουν ότι η ζωή αρχίζει ξανά.
Τους τελευταίους μήνες, τα κοσμικά πηγαδάκια της Θεσσαλονίκης μοιάζουν να περιστρέφονται γύρω από έναν ιδιαίτερα επιτυχημένο επιχειρηματία, γνώριμο πρόσωπο της οικονομικής ελίτ της πόλης. Έναν άνδρα που πέρασε δεκαετίες προβάλλοντας την εικόνα του σοβαρού οικογενειάρχη, για να μετατραπεί, σχεδόν από τη μία μέρα στην άλλη, στον πιο πολυσυζητημένο εργένη της πόλης. Όχι επειδή το επιδιώκει, φανατικό μου κοινό. Ή, τουλάχιστον, όχι φανερά.
Το ενδιαφέρον δεν προκαλείται από τα ακριβά αυτοκίνητα, τα προσεγμένα σακάκια ή τα διακριτικά αλλά πανάκριβα ρολόγια που συνοδεύουν κάθε εμφάνισή του. Αυτά υπήρχαν πάντοτε. Εκείνο που άλλαξε είναι η σύνθεση του τραπεζιού. Ή, καλύτερα, η θέση απέναντί του.
Άλλο πρόσωπο τη μία εβδομάδα. Διαφορετικό την επόμενη. Μια εντυπωσιακή ξανθιά σε δείπνο υψηλής γαστρονομίας. Μια κομψή μελαχρινή σε φιλανθρωπικό γκαλά. Μια γυναίκα με έντονη παρουσία στα σόσιαλ μίντια σε κοκτέιλ πάρτι όπου, μέχρι πρότινος, η διακριτικότητα αποτελούσε βασικό κανόνα ένδυσης.
Ουδείς γνωρίζει τι πραγματικά συμβαίνει. Όλοι όμως έχουν μία θεωρία.
Οι πιο αυστηροί μιλούν για μια καθυστερημένη κρίση ηλικίας. Εκείνη που δεν εμφανίστηκε στα πενήντα ούτε στα εξήντα, αλλά αποφάσισε να κάνει θεαματική είσοδο λίγο αργότερα. Οι πιο επιεικείς βλέπουν έναν άνθρωπο που, αφού αφιέρωσε δεκαετίες στην οικογένεια και τις επιχειρήσεις του, αποφάσισε να δοκιμάσει όσα άφησε πίσω. Και οι πιο κυνικοί χαμογελούν με νόημα, υποστηρίζοντας ότι δεν άλλαξε εκείνος· απλώς, έπαψε να κρύβεται.
Το βέβαιον είναι, λατρεμένη αναγνώστρια-λατρεμένε αναγνώστη μου, ότι ο ίδιος δείχνει να απολαμβάνει τον καινούργιο του ρόλο. Κυκλοφορεί με μια σχεδόν νεανική αυτοπεποίθηση, φλερτάρει χωρίς επιτήδευση, γελά περισσότερο απ’ ό,τι τον θυμούνται οι παλαιοί γνωστοί του και φαίνεται να αντιμετωπίζει κάθε καινούργια γνωριμία σαν ακόμη μία μικρή νίκη απέναντι στον χρόνο.
Εκεί βρίσκεται, ίσως, και το πραγματικό μυστικό της ιστορίας, φανατικό μου κοινό. Δεν είναι οι γυναίκες. Δεν είναι τα δείπνα. Δεν είναι καν οι φήμες. Είναι η αίσθηση ότι κάποιος μπορεί να ξαναγράψει την εικόνα του, ακόμη κι όταν όλοι πιστεύουν ότι το βιβλίο έχει ήδη ολοκληρωθεί.
Βέβαια, η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη που αγαπά τις ιστορίες περισσότερο από τις αποδείξεις. Ένα βλέμμα που κράτησε λίγο παραπάνω, μια αγκαλιά στην έξοδο ενός εστιατορίου, ένα ποτήρι σαμπάνιας που υψώθηκε σε λάθος στιγμή αρκούν για να γεννήσουν δεκάδες διαφορετικές εκδοχές της ίδιας βραδιάς.
Κάπως έτσι, ο μυστηριώδης κύριος συνεχίζει να εμφανίζεται με την ίδια άνεση, γνωρίζοντας ίσως καλύτερα απ’ όλους ότι η πραγματική κοινωνική επιτυχία δεν είναι να σε αναγνωρίζουν όταν μπαίνεις σε έναν χώρο. Είναι να συνεχίζουν να μιλούν για εσένα για πολλή ώρα αφότου έχεις φύγει.








