Editorial

Γράφει ο Άγγελος Ν. Βάσσος.
ΕΚΑΝΕ ΛΑΘΟΣ Η ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΝΑ ΠΡΟΚΗΡΥΞΕΙ ΤΗΝ ΑΝΑΠΛΑΣΗ ΤΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΒΛΕΨΗ ΓΙΑ ΥΠΟΓΕΙΟ ΧΩΡΟ ΣΤΑΘΜΕΥΣΗΣ, Ο ΟΠΟΙΟΣ ΘΑ ΦΙΛΟΞΕΝΕΙ ΤΑ ΟΧΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΜΕΧΡΙ ΠΡΟΤΙΝΟΣ ΦΙΛΟΞΕΝΟΥΝΤΑΝ ΣΤΟ ΕΠΙΓΕΙΟ ΠΑΡΚΙΝΓΚ (ΧΩΡΗΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΠΕΡΙΠΟΥ 250 ΟΧΗΜΑΤΩΝ, ΠΟΥ ΕΝΑΛΛΑΣΣΟΝΤΑΝ ΤΑΚΤΙΚΑ ΑΠΟ ΝΩΡΙΣ ΤΟ ΠΡΩΙ ΩΣ ΑΡΓΑ ΤΟ ΒΡΑΔΥ); ΚΑΝΕΙ ΛΑΘΟΣ Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΝΑ ΕΠΙΔΙΩΚΕΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΥΠΟΓΕΙΟΥ ΠΑΡΚΙΝΓΚ ΣΕ ΜΙΑ ΠΛΑΤΕΙΑ ΟΠΟΥ, ΚΑΤΑ ΠΑΣΑ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ, ΘΑ ΒΡΕΘΟΥΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΕΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΠΟΧΩΝ;
Στην «καρδιά» τού Βερολίνου, στην Παρίζερ πλατς, μπροστά στην Πύλη τού Βρανδεμβούργου, υψώνεται το κτίριο της DZ Bank. Ένα κτίριο εντυπωσιακό, με ένα τεράστιο αίθριο στην καρδιά του, το οποίο σκεπάζει μια υπερμεγέθης, κυρτή, κρυστάλλινη στέγη. Είναι ένα κτίριο με εξαιρετικά τολμηρό σχεδιασμό, το οποίο ωστόσο κλήθηκε να ενταχθεί στη χορεία των αρχιτεκτονημάτων που περιβάλλουν την πλέον εμβληματική πλατεία τής γερμανικής πρωτεύουσας – μια πλατεία όπου δεσπόζει μια πύλη σε νεοκλασικό ρυθμό, με έξι κίονες δωρικού ρυθμού σε κάθε πλευρά και με πρότυπο τα Προπύλαια της Ακρόπολης της Αθήνας. Όπως αντιλαμβάνεστε, η Πύλη τού Βρανδεμβούργου όρισε τον τόνο τής αισθητικής με την οποίαν όφειλαν να ευθυγραμμιστούν όλα τα υπόλοιπα κτίρια. Και δεν έφτανε μόνον αυτό. Οι Γερμανοί (εν προκειμένω, οι Βερολινέζοι) έχουν μια παράδοση θεσμοθετημένη και δεσμευτική: πριν ανεγερθεί ένα κτίριο, όλοι εκείνοι που θα το ζουν καθημερινά (όχι απλώς οι χρήστες του, αλλά ακόμη και οι επιτηδευματίες και οι κάτοικοι της περιοχής) οφείλουν όχι απλώς να ενημερωθούν για το τι σχεδιάζεται, αλλά και να το εγκρίνουν, στο πλαίσιο μιας διαδικασίας που δεν επιτρέπει σε έναν γραφικό να μπλοκάρει την εξέλιξη, διασφαλίζει ωστόσο μια ελάχιστη συναίνεση σε κάθε παρέμβαση που αλλάζει το μικροσύμπαν μιας περιοχής. Αυτός είναι ο λόγος που, όπως λένε, οι Γερμανοί σχεδιάζουν πέντε χρόνια και χτίζουν δύο, τη στιγμή που στην Ελλάδα σχεδιάζουμε δύο χρόνια και χτίζουμε είκοσι. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό.
Προς τι η ρετροσπεκτίβα τής βερολινέζικης εμπειρίας μου; Αφορμή αποτέλεσε μια είδηση που είδε το φως τής δημοσιότητας στην αρχή τής εβδομάδας. Αφορά την πλατεία Ελευθερίας (αυτήν που άρχισε να αναπλάθεται επί δημαρχίας Μπουτάρη, τελικά όμως προέκυψε ότι ο εργολάβος που είχε επιλεγεί δεν ήταν ο κατάλληλος και έτσι το έργο πάγωσε, χαρίζοντάς μας τη δυνατότητα να ατενίζουμε λαμαρίνες σε αφθονία). Σύμφωνα με την τελευταία εξέλιξη, η πλατεία Ελευθερίας πρόκειται να λειτουργήσει εκ νέου ως πάρκινγκ με σύστημα ελεγχόμενης στάθμευσης, με τη νυν διοίκηση του δήμου να επισημαίνει ότι σχεδιάζεται ανάπλαση και υπόγειο πάρκινγκ. Όπως δήλωσε στο «Ράδιο Θεσσαλονίκη» ο αρμόδιος αντιδήμαρχος Τεχνικών Έργων, Μάκης Κυριζίδης, «το θαλάσσιο τείχος θα επιχωματωθεί. Η Εφορία Αρχαιοτήτων θα κάνει μόνο καταγραφή. Θα φύγουν οι λαμαρίνες και (σ.σ.: η πλατεία) θα δοθεί ως χώρος στάθμευσης στο σύστημα ελεγχόμενης στάθμευσης του δήμου. Αυτή είναι η σκέψη, μέχρι ο επόμενος ενάμισης χρόνος να μας φέρει τη νέα εργολαβία, η οποία θα περιλαμβάνει και τον υπόγειο χώρο στάθμευσης και την επιφανειακή ανάπλαση. Αν δεν μπορέσουμε να το έχουμε αυτό, θα πάμε στην επιφανειακή ανάπλαση».
Έκανε λάθος η προηγούμενη διοίκηση του δήμου να προκηρύξει την ανάπλαση του χώρου χωρίς πρόβλεψη για υπόγειο χώρο στάθμευσης, ο οποίος θα φιλοξενεί τα οχήματα που μέχρι πρότινος φιλοξενούνταν στο επίγειο πάρκινγκ (χωρητικότητας περίπου 250 οχημάτων, που εναλλάσσονταν τακτικά από νωρίς το πρωί ώς αργά το βράδυ); Έκανε λάθος στην επιλογή ενός εργολάβου, ο οποίος, εκ του αποτελέσματος, δεν ήταν εκείνος που μπορούσε να φέρει το έργο σε πέρας; Κάνει λάθος η σημερινή διοίκηση του δήμου να επιδιώκει την κατασκευή υπόγειου πάρκινγκ σε μια πλατεία όπου, κατά πάσα πιθανότητα, θα βρεθούν αρχαιότητες διαφόρων εποχών; Κινδυνεύουμε να καταλήξουμε με μια νέα περίπτωση πλατείας Διοικητηρίου, που, μετά την ανεύρεση των αρχαιοτήτων το 1990, παραμένει μια τεράστια χαίνουσα πληγή στην καρδιά τής πόλης εδώ και 30 χρόνια; Και πόσο χρειάζεται στ’ αλήθεια ακόμη ένα πάρκινγκ μια πόλη που μόνο την τελευταία διετία απέκτησε περίπου 2.000 θέσεις ελεγχόμενης στάθμευσης για μη μόνιμους κατοίκους μέσω του συστήματος Thesis, στο κέντρο της οποίας (από την πλατεία Δημοκρατίας ώς το δημαρχείο και από την παραλία ώς την Κασσάνδρου) λειτουργούν, σύμφωνα με στοιχεία τού 2018, περί τα 150 ιδιωτικά πάρκινγκ με μέση πληρότητα περί το 60%-70%, αλλά και όπου το μόνο υπόγειο πάρκινγκ που κατασκευάστηκε από το κράτος (απέναντι από το «Ιπποκράτειο», σε μια εξαιρετικά επιβαρυμένη περιοχή) παρουσιάζει εξαιρετικά χαμηλή πληρότητα;
Τα ερωτήματα αυτά δεν έχουν μία απάντηση – όπως πάντα, εξαρτάται ποιος ρωτάει και ποιος απαντάει. Αν συζητούσαμε λίγο περισσότερο πριν πιάσουμε τις αξίνες, ίσως να είχαμε λιγότερες ερωτήσεις. Μήπως να το κάνουμε όπως οι Βερολινέζοι;











