Έκτακτο δελτίο

Γράφει η Σοφία Ξανθοπούλου*
ΣΤΟ FACEBOOK ΣΙΓΟΥΡΑ ΚΑΠΟΙΟΙ ΜΕ ΘΕΩΡΗΣΑΝ «ΓΡΑΦΙΚΗ» ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΟΥ ΑΣΚΗΣΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΑΣΤΙΚΩΝ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ. «ΑΠΟΦΥΓΗ ΣΥΝΩΣΤΙΣΜΟΥ» ΕΙΠΑΝ ΟΙ ΛΟΙΜΩΞΙΟΛΟΓΟΙ. ΕΤΣΙ, ΣΤΑΜΑΤΗΣΑ ΝΑ ΜΠΑΙΝΩ ΣΕ ΛΕΩΦΟΡΕΙΑ. ΗΡΘΕ ΚΑΙ Η ΤΗΛΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΕΧΩ «ΑΛΛΟΘΙ ΑΠΟΥΣΙΑΣ». ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΕΚΕΙΝΟΙ ΟΙ ΚΑΛΟΙ ΚΑΙΡΟΙ, ΠΟΥ ΚΟΛΛΟΥΣΕ Η ΜΥΤΗ ΤΟΥ ΕΝΟΣ ΣΤΗ ΜΑΣΧΑΛΗ ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ; ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΕΚΕΙΝΟΙ ΟΙ ΚΑΙΡΟΙ ΠΟΥ ΚΡΕΜΟΜΑΣΤΑΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΟΡΤΕΣ, ΓΙΑ ΝΑ ΠΑΜΕ ΣΤΙΣ ΔΟΥΛΕΙΕΣ ΜΑΣ; ΚΑΙ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΕΚΕΙΝΟΣ Ο ΑΠΙΣΤΕΥΤΟΣ ΟΔΗΓΟΣ, ΠΟΥ ΤΡΑΒΟΥΣΕ ΧΕΙΡΟΦΡΕΝΟ ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΠΥΛΑΙΑΣ, ΚΑΤΕΒΑΙΝΕ ΑΠΟ ΤΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ ΚΑΙ ΑΓΟΡΑΖΕ ΚΟΥΛΟΥΡΙΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΦΟΥΡΝΟ ΤΗΣ ΓΕΙΤΟΝΙΑΣ;
Γεννήθηκα στην περιοχή τής Κάτω Τούμπας, τη δεκαετία του 1970. Θυμάμαι ατέλειωτο παιχνίδι τα καλοκαίρια στη γειτονιά, στην αλάνα. Λιγοστά αυτοκίνητα, πλήρης ελευθερία, οι μάνες κεντούσαν στα μπαλκόνια και μας φώναζαν όταν περνούσε η ώρα για να επιστρέψουμε στο σπίτι…
-Σοφούλαααααααααααα…
-Δημήτρηηηηηηηηηηη…
-Μαρίαααααααααααα, άντε φτάνει.
«Λίγο ακόμη, ρε μαμά!». Ποιο παιδί να καταλάβει πόσο όμορφα περνούσαμε τότε…
Το αρτοποιείο «Κουκουμέρια», σήμα κατατεθέν. Η γλυκύτατη κυρία Μυρτώ, ο κύριος Βασίλης και ο κυρ-Κοσμάς… Θυμάμαι πάντα τις μυρωδιές. Συμπληρώνει 100 χρόνια σε λίγο – κι αν ξυπνήσεις εκεί, κοντά στις 6 το πρωί, η Τούμπα μυρίζει ψωμί…
Στην οδό Μικράς Ασίας, αν θυμάμαι καλά, ήταν και το τέρμα τού λεωφορείου 12. Τότε ήταν πορτοκαλί. Αργότερα, τη δεκαετία τού 1990, έγινε μπλε. Πολλά μπλε λεωφορεία κυκλοφορούσαν ώς πρόσφατα. Δίπλωμα οδήγησης έβγαλα, αλλά δεν κατάφερα ποτέ να πάρω τον «αέρα» τού αυτοκινήτου. Δεν μου έλειψαν ποτέ οι έξοδοι και τα ταξίδια. Στην πόλη κυκλοφορώ κυρίως με λεωφορείο και ταξί.
Στο Facebook σίγουρα κάποιοι με θεώρησαν «γραφική» για την κριτική που άσκησα για την ποιότητα των αστικών συγκοινωνιών τής Θεσσαλονίκης. «Αποφυγή συνωστισμού» είπαν οι λοιμωξιολόγοι. Έτσι, σταμάτησα να μπαίνω σε λεωφορεία. Ήρθε και η τηλεργασία και έχω «άλλοθι απουσίας». Πού είναι εκείνοι οι καλοί καιροί, που κολλούσε η μύτη τού ενός στη μασχάλη τού άλλου; Πού είναι εκείνοι οι καιροί που κρεμόμασταν από τις πόρτες, για να πάμε στις δουλειές μας; Και πού είναι εκείνος ο απίστευτος οδηγός, που τραβούσε χειρόφρενο στην οδό Πυλαίας, κατέβαινε από το λεωφορείο και αγόραζε κουλούρια Θεσσαλονίκης από τον φούρνο τής γειτονιάς; Υπήρχε και ο άλλος, που έδινε ραντεβού με τον υπάλληλο καφετέριας. Στη στάση «Ιστορικό κέντρο» έπαιρνε τον φρέντο καπουτσίνο του.
Αυτή η συγκοινωνιακή κατάντια τού ανεπίτρεπτου και επικίνδυνου συνωστισμού είχε τη γραφικότητά της. Μόνο που, επιτέλους, πρέπει να σοβαρευτούμε. «Δεν έχουμε υποδομές» λέει – και κόλλησε η βελόνα. Σάμπως, πότε είχαμε υποδομές για μιαν αξιοπρεπή αστική συγκοινωνία στη Θεσσαλονίκη; Και ενώ ο κορωνοϊός ήταν μια χρυσή ευκαιρία αλλαγής για τον ΟΑΣΘ, πολύ φοβάμαι ότι θα συνεχίζουμε για πολύ να χώνουμε ο ένας τη μύτη στη μασχάλη τού άλλου…









