Ιστορίες μικρών κόσμων

Γράφει η Εύη Καρκίτη
ΣΤΗ ΓΕΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ ΕΡΧΕΤΑΙ ΝΑ ΠΡΟΣΤΕΘΕΙ Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ… ΠΑΙΔΙΚΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑ ΣΕ ΧΩΡΙΟ, ΕΝΑ ΜΑΚΟΝΤΟ ΤΟΣΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟ ΠΟΥ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ, ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗ ΜΥΡΩΔΙΑ ΤΩΝ ΑΛΟΓΩΝ, ΤΗΝ ΑΙΝΙΓΜΑΤΙΚΗ ΦΥΣΗ, ΤΙΣ ΜΥΓΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΜΕ ΤΑ ΧΑΓΙΑΤΙΑ, ΥΠΗΡΧΑΝ ΚΑΙ ΒΟΥΝΑ ΑΠΟ ΔΗΜΗΤΡΙΑΚΑ ΣΕ ΕΝΑ ΔΩΜΑΤΙΟ ΟΠΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΟΥΣΑΜΕ ΒΟΥΤΙΕΣ, ΕΠΕΙΔΗ ΜΑΣ ΕΛΕΙΠΕ ΑΦΑΝΤΑΣΤΑ Η ΘΑΛΑΣΣΑ.
Πρωινό Δευτέρας τού Αγίου Πνεύματος γράφονται αυτές οι γραμμές. Αν αποκαθηλώσει κάποιος αυτήν την ημέρα από τη θρησκευτική ή άλλη σημασία της, μοιάζει η γιορτή αυτή να είναι μια πρεμιέρα στην πιο ωραία ανθρώπινη επινόηση: το καλοκαίρι.
Ας παραδεχτούμε ότι ποτέ δεν είναι ακριβώς ξέγνοιαστο, δεν κάνει τη ζωή εύκολη – αντίθετα, συχνά τη δυσκολεύει και πάρα πολύ. Το ακολουθεί η φήμη πως είναι συναρπαστικό ή, έστω, πως θα μπορούσε να είναι. Ας παραδεχτούμε ότι το καλοκαίρι δεν είναι τίποτα περισσότερο (ή και λιγότερο) από ένα δυνατό αφήγημα που ενισχύεται από παιδικές αναμνήσεις, πολλές φορές εντυπωσιακά τροποποιημένες, επειδή δεν είναι και λίγο να περνά πάνω απ’ αυτές το αλέτρι τού χρόνου (βέβαια, ας μην είμαστε καχύποπτοι και άπιστοι Θωμάδες, όταν κάποιος μεταφέρει με συγκίνηση τις αναμνήσεις του από τις κατασκηνώσεις, τα εξοχικά, τα παραθεριστικά μέρη, τις καλοκαιρινές φιλίες και, ακόμη περισσότερο, τους καλοκαιρινούς έρωτες).
Άνθρωπος που μεγάλωσε σε αλλοτινούς καιρούς και μάλιστα δίπλα στη θάλασσα, παραδέχομαι ότι δεν γνώριζα μέχρι τα 12 μου χρόνια τη λέξη «διακοπές» (και, όταν την άκουσα, δεν μπορούσα να τη νοηματοδοτήσω). Η θερινή ραστώνη –επειδή αυτό πάντοτε υπήρχε– κουβαλούσε άλλες συνήθειες. Περπάτημα χωρίς παπούτσια στην αυλή, κατάβρεγμα με λάστιχο, σκαρφάλωμα στην κορυφή των δέντρων, παγωτά από τον πλανόδιο πωλητή και μπάνια στη κοντινή παραλία τού Θερμαϊκού, τη δική μας, θαμπή θάλασσα. Και διάβασμα με το φως να μπαίνει από τις γρίλιες των κλειστών παντζουριών τα καλοκαιρινά μεσημέρια. Βέβαια, ακόμη κι αυτό συνθέτει ένα λεξιλόγιο του θέρους, ακόμη κι αν ουδείς ξεμυτήσει από το σπίτι του, δεν διακόψει κάτι και συνεχίσει τη ζωή του με τα πόδια βρεγμένα και γυμνά.
Αυτό, από την άλλη, ενισχύει την άποψη ότι το καλοκαίρι είναι ένα αφήγημα, το οποίο ακόμη κι εμείς, που σταθερά το υποπτευόμαστε για πλήθος παρερμηνειών, κάποτε βγήκαμε στους δρόμους να το κυνηγήσουμε.
Έτσι, στη γενική μυθολογία τού καλοκαιριού έρχεται να προστεθεί η προσωπική… Παιδικά καλοκαίρια σε χωριό, ένα Μακόντο τόσο μυστικό και ιδιαίτερο που μέχρι σήμερα, ανάμεσα στη μυρωδιά των αλόγων, την αινιγματική φύση, τις μύγες και τα σπίτια με τα χαγιάτια, υπήρχαν και βουνά από δημητριακά σε ένα δωμάτιο όπου επιχειρούσαμε βουτιές, επειδή μας έλειπε αφάνταστα η θάλασσα. Η πρώτη φορά που είδα παραλία σε έναν μακρινό και μυθικό νότο – δεν ήταν άλλη από την Αγία Ρούμελη της Κρήτης ύστερα από πεζοπορία/κατάβαση στο φαράγγι τής Σαμαριάς. Το ανοίκειο τοπίο στη παραλία των θειωρυχείων τής Μήλου – τόπος με τεράστια σημασία, την οποία έμαθα πολλά χρόνια αργότερα. Το να βουτά κάποιος σ’ εκείνη την παραλία, στην οποία κάποτε ήμασταν ολομόναχοι, ήταν μια πράξη εξαγνισμού, μια σύνδεση με έναν μυστικό τόπο και έναν μυστικό εαυτό. Μια παραλία που βρήκαμε άδεια στη Χαλκιδική πριν από μερικά χρόνια, ενώ ανέτελε η ζεστή πανσέληνος του Ιουλίου και δεν μπορούσαμε να ξεκολλήσουμε από εκεί, μέχρι που μας έδιωξε η αυγή. Και, βέβαια, ο πάντοτε μαγικός βυθός τής Φακίστρας, στο Πήλιο, για τον οποίο δεν θα κουραστώ ποτέ να γράφω (και τον οποίο δεν θα πάψω ποτέ να ονειρεύομαι).
Σ’ αυτές τις στάσεις, στις στιγμές, στην ομορφιά παίρνει καμιά φορά και για εμάς, τους καχύποπτους, το καλοκαίρι μορφή. Η ζωή κατά τη διάρκειά του μπορεί να μην είναι πιο εύκολη, αλλά σ’ αυτές τις πολύτιμες στιγμές είναι μια ζωή με νόημα.








