Vice versa

Γράφει ο ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΝΙΚΗΦΟΡΙΔΗΣ
ΦΥΣΑΕΙ, ΚΑΝΕΙ ΚΡΥΟ ΚΑΙ ΤΑ ΦΛΑΜΙΝΓΚΟ ΜΑΣ ΠΑΡΑΤΗΡΟΥΝ, ΕΝΩ ΠΕΡΠΑΤΑΜΕ ΑΝΕΝΟΧΛΗΤΟΙ. ΕΔΩ ΚΑΠΟΤΕ ΗΤΑΝ ΤΟ «ΜΠΑΓΚΛΑΝΤΕΣ», Η «ΤΑΒΕΡΝΑ ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ» ΚΑΙ ΚΑΠΟΙΑ ΑΛΛΑ ΜΑΓΑΖΙΑ. ΤΩΡΑ, ΤΙΠΟΤΑ – ΑΚΟΜΗ ΚΙ ΑΝ ΥΠΗΡΧΑΝ, ΘΑ ΗΤΑΝ ΚΛΕΙΣΤΑ. «ΝΑ ΠΙΟΥΜΕ ΛΙΓΟ ΚΡΑΣΑΚΙ;» ΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ. ΜΕ ΚΟΙΤΟΥΝ ΟΛΟΙ ΜΕ ΛΑΧΤΑΡΑ, ΕΧΟΥΜΕ ΚΡΥΩΣΕΙ. ΧΑΜΟΓΕΛΟΥΝ, ΕΠΕΙΔΗ ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ ΟΤΙ ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΚΛΕΙΣΤΑ. ΚΙ ΕΓΩ, ΠΟΥ ΕΙΧΑ ΠΡΟΝΟΗΣΕΙ, ΒΓΑΖΩ ΚΡΑΣΙ, ΕΠΤΑΖΥΜΟ ΨΩΜΙ, ΓΡΑΒΙΕΡΑ ΚΑΙ ΚΑΤΙ ΑΛΛΑ ΨΙΛΑ ΚΑΙ ΚΑΝΟΥΜΕ ΕΝΑ ΑΞΕΧΑΣΤΟ ΠΙΚΝΙΚ.
Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2021, φτάνουμε στην ευρύτερη περιοχή τού Δέλτα τού Αξιού. Φυσάει, κάνει κρύο και σκούρα σύννεφα αφήνουν μερικά περάσματα για τον ήλιο. Καμία σχέση με την ημέρα τής Πρωτοχρονιάς, που ο ήλιος κυριαρχούσε στον ουρανό, ο Όλυμπος είχε έρθει πολύ κοντά και η θάλασσα ήταν «λάδι». Τότε ήμουν μόνος με την El Minzah, τώρα ήμουν με παρέα. Περπατάμε πάνω στο ανάχωμα – εδώ η θάλασσα είναι ψηλότερα από τη στεριά, βρισκόμαστε στις «Κάτω Χώρες» τής Θεσσαλονίκης. Αριστερά η θάλασσα, δεξιά η υγρή, πολύ υγρή στεριά. Είναι χειμώνας και οι εικόνες είναι γκρίζες και γκριζοπράσινες. Μια μεγάλη έκταση με διάσπαρτα, μυτερά φυτά δημιουργεί μιαν εικόνα σε χειμέρια νάρκη.
Δίπλα μου περπατά η Καρολίνα – μοιάζει να κρυώνει. «Γιατί την αφήνουν έτσι αυτήν την περιοχή;» λέει ξαφνικά, λίγο ενοχλημένη γι’ αυτό που βλέπει. «Μα, είναι η φύση…» τής απαντώ. Δεν ξέρω τι άλλο να πω, είναι προφανές ότι εδώ συγκεκριμένα δεν μπορείς να αναφωνήσεις, βλέποντας το τοπίο. Είναι ουδέτερο. Δεν έχει ζωηρά χρώματα, δεν έχει άνθη, έχει πολύ απλό σχήμα, είναι φτωχό. Όμως, είναι η φύση – κι αν επιμείνεις λίγο περισσότερο, αν πλησιάσεις, αν δεις τις λεπτομέρειες, θα διαπιστώσεις τον πλούτο και την ομορφιά της. Δεν είναι εύκολη, πρέπει να την ανακαλύψεις. Είναι ένας βάλτος και έχει πολλά μυστικά. Μια περιοχή αγαπητή στα πουλιά, αποδημητικά και μη, που βρίσκουν τροφή που εμείς δεν μπορούμε να διακρίνουμε.
Είναι γεμάτη βούρλα. Ξέρετε τι είναι τα βούρλα; Εγώ για πολλά χρόνια στο Ηράκλειο της Κρήτης τα βούρλα τα είχα συνδέσει με τους Βουρλιώτες και τις Βουρλιώτισσες, πρόσφυγες από την περιοχή τής Σμύρνης, από την ομώνυμη πόλη. Οι δικοί μου ήταν Καππαδόκες, άνθρωποι αυστηροί, λιτοί και γενικά σφιγμένοι – σε αντίθεση με τη Βουρλιώτισσα, που ήταν πιο πληθωρική ακόμη κι από τη Σμυρνιά, με ό,τι αυτό σημαίνει. Απέφευγαν το συμπεθέριασμα με τους Βουρλιώτες. Τα βούρλα-φυτά ουδεμία σχέση έχουν με τους τέως κατοίκους των Βουρλών τής Μικράς Ασίας, ακόμη λιγότερο με τους θαμώνες των Βουρλών τού Πειραιά. Τα βούρλα δεν είναι στολισμένα, είναι φτωχά και απέριττα φυτά, που κάνουν έναν καρπό, ο οποίος ταξιδεύει μακριά με το παραμικρό αεράκι. Τα βούρλα δεν φοβούνται το νερό, τον αέρα και τη φωτιά.
Φυσάει, κάνει κρύο και τα φλαμίνγκο μάς παρατηρούν, ενώ περπατάμε ανενόχλητοι. Εδώ κάποτε ήταν το «Μπαγκλαντές», η «Ταβέρνα τής Αφροδίτης» και κάποια άλλα μαγαζιά. Τώρα, τίποτα – ακόμη κι αν υπήρχαν, θα ήταν κλειστά. «Να πιούμε λίγο κρασάκι;» τους προτείνω. Με κοιτούν όλοι με λαχτάρα, έχουμε κρυώσει. Χαμογελούν, επειδή γνωρίζουν ότι όλα είναι κλειστά. Κι εγώ, που είχα προνοήσει, βγάζω κρασί, επτάζυμο ψωμί, γραβιέρα και κάτι άλλα ψιλά και κάνουμε ένα αξέχαστο πίκνικ. Είμαστε στην άλλη παραλία τής Θεσσαλονίκης, απέναντι από τη Νέα Παραλία. Βλέπουμε τη Θεσσαλονίκη από μακριά, τον Όλυμπο από την άλλη πλευρά, μόνοι στη φύση.












