Θεσσαλονικίτιδα

Γράφει η Ναυσικά Γκράτζιου
ΛΙΓΟ ΠΙΟ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΗ-ΝΙΚΟΛΑ ΤΟΥ ΤΡΑΝΟΥ, ΓΩΝΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΟΔΟ ΦΙΛΙΠΠΟΥ, ΣΤΕΚΕΤΑΙ ΑΚΟΜΗ ΕΝΑ ΩΡΑΙΟ, ΨΗΛΟ ΚΤΙΡΙΟ, ΜΙΑ ΠΡΟΠΟΛΕΜΙΚΗ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ, ΣΤΟ ΗΜΙΥΠΟΓΕΙΟ ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ ΚΑΤΟΙΚΟΥΣΕ Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟΥ ΗΘΟΠΟΙΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΤΣΑ, ΟΤΑΝ ΑΥΤΟΣ ΗΤΑΝ ΠΑΙΔΑΚΙ. ΤΟΝ ΘΥΜΑΜΑΙ ΤΟΝ ΒΟΥΤΣΑ ΣΕ ΜΙΑ ΩΡΑΙΑ ΕΚΠΟΜΠΗ ΠΟΥ ΤΟΥ ΕΙΧΕ ΑΦΙΕΡΩΣΕΙ Ο ΚΩΣΤΑΣ ΜΠΛΙΑΤΚΑΣ ΣΤΗΝ ΕΡΤ3 ΝΑ ΤΡΙΓΥΡΝΑΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΠΕΡΙΕΡΓΑΖΕΤΑΙ ΤΑ ΚΛΕΙΣΤΑ ΠΟΡΤΟΠΑΡΑΘΥΡΑ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΛΕΕΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ. ΚΙ ΟΣΑ ΘΥΜΟΤΑΝ ΗΤΑΝ ΤΟΣΟ ΟΜΟΡΦΑ. ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ Η ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΑΠΟ ΤΙΣ ΜΥΡΩΔΙΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΗΧΟΥΣ ΠΟΥ ΕΙΧΑΝ ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ ΣΤΗ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΗΤΑΝ ΩΡΑΙΑ. ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ ΤΟΝ ΗΧΟ ΠΟΥ ΕΚΑΝΑΝ ΤΑ ΠΙΡΟΥΝΑΚΙΑ ΤΩΝ ΔΕΙΠΝΟΥΝΤΩΝ ΣΤΑ ΜΠΑΛΚΟΝΙΑ ΤΟΥΣ ΓΕΙΤΟΝΩΝ ΠΕΡΙΕΓΡΑΦΕ.
Στον «Κήπο τού Θερμαϊκού», γωνία Παύλου Μελά με Νικηφόρου Φωκά, περνώντας ένα μεσημέρι, άκουσα δύο παιδιά να τραγουδάνε με μπουζουκάκι και μπαγλαμαδάκι το ωραιότατο τσιτσάνειο άσμα: το «Μπαξέ τσιφλίκι»: «Πάμε τσάρκα πέρα, στο Μπαξέ τσιφλίκι/ Κούκλα μου γλυκιά απ’ τη Θεσσαλονίκη». Πώς μελώνουμε από νοσταλγία και αποθυμιά με κάτι τέτοια τραγούδια, όσες φορές και να τ’ ακούσουμε. Ακόμη κι αν δεν γνωρίσαμε ποτέ τα «Κούτσουρα» του Δαλαμάγκα, που μνημονεύονται αμέσως μετά, στο ίδιο τραγούδι. Όλως τυχαίως, τα συγκεκριμένα «Κούτσουρα» του Δαλαμάγκα, μια ταβέρνα-παράπηγμα, βρίσκονταν σχεδόν στο ίδιο σημείο όπου τραγουδούσαν τα παιδιά που προαναφέραμε: Νικηφόρου Φωκά 18. Η ταβέρνα πρωτολειτούργησε τη δεκαετία τού 1930, ήταν περιώνυμη για την κεχριμπαρένια της ρετσίνα και τον εκλεκτό της μεζέ, ενώ εκεί τραγούδησαν ο Βασίλης Τσιτσάνης και ο Γιάννης Παπαϊωάννου, που με τη μουσική τους μάζευαν όλους τους μερακλήδες τής εποχής. Μάλιστα, σύμφωνα με μιαν εκδοχή, το τραγούδι «Μπαξέ τσιφλίκι» (σ.σ.: Νέοι Επιβάτες) πιθανόν να γράφτηκε κατόπιν παραγγελίας στον Τσιτσάνη από κάποιον Επιβατιανό, που ήταν ερωτοχτυπημένος με κάποια Μαριγούλα από τη Θεσσαλονίκη.
Τι ωραία ιστορία! Κι από τέτοιες ιστορίες βρίθει η αρχαία μας φτωχομάνα, με τα τόσο πολλά επίπεδα ιστορίας.
Μια άλλη γοητευτική ιστορία είναι αυτή που αφορά στο καφενείο τού Μπαγιάτη, απ’ όπου πιθανόν να προέρχεται και το προσωνύμιο ημών των Θεσσαλονικέων ως «μπαγιάτηδων». Όπως γράφει ο Κώστας Τομανάς στο βιβλίο του «Οι κάτοικοι της παλιάς Θεσσαλονίκης», το καφενείο τού Νίκου (ή Γιάννη) Μπαγιάτη βρισκόταν στην οδό Μητροπολίτου Γενναδίου, δίπλα στην εκκλησία τού Άη-Νικόλα τού Τρανού, λίγο πιο κάτω από τη ρωμαϊκή αγορά. Εκεί, στις αρχές τού 20ού αιώνα, σύχναζαν όλα τα ψυχωμένα παιδιά που μάχονταν κατά των Βουλγάρων τού κομιτάτου. Και, ως θαμώνες τού καφενείου τού Μπαγιάτη, τους αποκαλούσαν «μπαγιάτηδες». Και ήταν κάτι σαν τίτλος τιμής. Μας αρέσει, βεβαίως, αυτή η εκδοχή, επειδή την άλλη εκδοχή, που θέλει το προσωνύμιο «μπαγιάτης» να προέρχεται από το τουρκικό επίθετο «μπαγιάτ», που σημαίνει «μπαγιάτικος», δεν την πολυθέλουμε, πώς να το κάνουμε…
Εν τω μεταξύ, λίγο πιο πάνω από την εκκλησία τού Άη-Νικόλα τού Τρανού, γωνία με την οδό Φιλίππου, στέκεται ακόμη ένα ωραίο, ψηλό κτίριο, μια προπολεμική πολυκατοικία, στο ημιυπόγειο της οποίας κατοικούσε η οικογένεια του ηθοποιού Κώστα Βουτσά, όταν αυτός ήταν παιδάκι. Τον θυμάμαι τον Βουτσά σε μια ωραία εκπομπή που του είχε αφιερώσει ο Κώστας Μπλιάτκας στην ΕΡΤ3 να τριγυρνάει και να περιεργάζεται τα κλειστά πορτοπαράθυρα του παλιού του σπιτιού και να λέει ιστορίες. Κι όσα θυμόταν ήταν τόσο όμορφα. Ακόμη και η περιγραφή από τις μυρωδιές και τους ήχους που είχαν τα βράδια στη μεταπολεμική Θεσσαλονίκη ήταν ωραία. Μέχρι και τον ήχο που έκαναν τα πιρουνάκια των δειπνούντων στα μπαλκόνια τους γειτόνων περιέγραφε. Κάθε φορά που περνάω από εκεί μου φαίνεται ότι ακούω κι εγώ αυτούς τους ήχους και τον μικρό Βουτσά να παίζει μπάλα στην αλάνα, που σήμερα είναι το πάρκο τής Αριστοτέλους.
Τις πιο ωραίες τσάρκες μάς τις κάνει το μυαλό. Ε;












