
Γράφει η Αθηνά Περιστεροπούλου*

Μετά την Αμερική, επέστρεψα στο πατρικό σπίτι για να προετοιμαστώ για τις πανελλήνιες εξετάσεις ως σωστό και επαναπατριζόμενο Ελληνόπουλο. Είχα πολύ συγκεκριμένο στόχο: να σπουδάσω Ιστορία και Διεθνείς Σχέσεις, ώστε, μακροπρόθεσμα, να γίνω διπλωμάτης. Δεν με ενδιέφερε η πόλη των σπουδών, αρκεί να μην ήταν η Θεσσαλονίκη. Μου φαινόταν κρύα, πολύ μικρή για να χωρέσει τις προσδοκίες μου και άνευ προοπτικής. Και όπως είναι απολύτως δίκαιο σε τέτοιες περιπτώσεις παραλογισμού και αλαζονείας, τα αποτελέσματα έδειξαν Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο.
Το πρώτο φοιτητικό σπίτι που βρήκα μέσα στον πανικό εκείνου του Αυγούστου ήταν ένα ισόγειο στη Μαρτίου. Κλασικό φοιτητικό σπίτι της εποχής: παλιό, χωρίς ήλιο, με μια εσάνς μούχλας και ελευθερίας μαζί. Δεν θυμάμαι πολλά από τον έναν χρόνο που έζησα εκεί. Μόνο τις πρώτες παρέες και τις πρώτες απόπειρες νοικοκυροσύνης. Οι παρέες εκείνες, εντελώς συγκυριακά, αναβαθμίστηκαν όταν μετακόμισα στο δεύτερο και τελευταίο φοιτητικό σπίτι. Μαζί αναβαθμίστηκε και η διαδικασία ενηλικίωσης.
Το σπίτι βρισκόταν κοντά στη Βασιλίσσης Όλγας. Οροφοδιαμέρισμα στον 6ο όροφο μιας καλοδιατηρημένης πολυκατοικίας. Είχε τρία τετράγωνα δωμάτια –σαλόνι, κουζίνα, κρεβατοκάμαρα– και ένα παραλληλόγραμμο μπάνιο διακοσμημένο, αναπόφευκτα, με καφέ πλακάκι. Το σπίτι ήταν γεμάτο με παλιά έπιπλα και εξοπλισμό – δεν υπήρχε τότε η έννοια της επίπλωσης φοιτητικού σπιτιού με καινούργια πράγματα (όταν πολύ αργότερα τα δύο μου αδέρφια έφτιαξαν τα δικά τους φοιτητικά σπίτια, δεν ίσχυσε η ίδια συνθήκη, ευτυχώς). Στο σαλόνι στήθηκε ο καναπές που μέχρι πρότινος στόλιζε το υπόγειο των γονιών, δύο πολυθρόνες από το σπίτι της γιαγιάς, ένα τραπεζάκι από μια θεία, έπιπλο τηλεόρασης από κάποιον γείτονα που δεν το χρειαζόταν πια, η κουνιστή πολυθρόνα όπου με κοίμιζε ο μπαμπάς όταν ήμουν μωρό και μια βιβλιοθήκη απροσδιορίστου προελεύσεως. Στους τοίχους υπήρχε κορνιζωμένο ένα παζλ πολλών χιλιάδων κομματιών, αφίσα της δημιουργίας του ανθρώπου, ασπρόμαυρες φωτογραφίες από τη λίμνη Κάρλα και προσωπικές φωτογραφίες από προηγούμενες φάσεις της ζωής μου. Υπήρχε και μια μικρή αναλογική τηλεόραση, κερδισμένη από λαχνό που είχε διαλέξει ο (ανήλικος τότε και τυχερός πάντα) αδερφός μου σε χοροεσπερίδα λίγα χρόνια πριν, συνδεδεμένη με VCR. Η τηλεόραση ήταν πάντοτε ανοιχτή τις μεταμεσονύχτιες ώρες για παρέα στα φοιτητικά ξενύχτια διαβάσματος, αλλά και όποτε νοικιάζαμε ταινίες από το βίντεοκλάμπ (έχει τύχει να παρακολουθούμε Μόντι Πάιθον στη μικρή αυτή οθόνη γύρω στα 10 άτομα και να κλαίμε από τα γέλια χωρίς να νοιαζόμαστε καθόλου για τις ίντσες).




Δίπλα στο σαλόνι βρισκόταν η κουζίνα. Ήταν αρκετά μεγάλη: χωρούσε ένα κανονικό τραπέζι με τέσσερις καρέκλες και έναν καναπέ που γινόταν κρεβάτι. Σε αυτόν τον καναπέ-κρεβάτι φιλοξενήθηκε η συνονόματη γιαγιά όταν χρειάστηκε να κάνει ακτινοβολίες στο ΑΧΕΠΑ. Είχα γεμίσει τους τοίχους της κουζίνας με κολάζ μόδας και αποφθεγμάτων και, έτσι, χάζευε λίγο το μάτι, ξέφευγε κάπως η ψυχή. Η κουζίνα διέθετε τα μοναδικά καινούργια πράγματα εντός του σπιτιού: ένα ψυγείο και ένα σετ πιάτων, δώρο της νονάς για τη νέα μου αρχή. Το σετ πιάτων τα κατάφερε, το ψυγείο όχι και τόσο. Το πρώτο καλοκαίρι, μετά την εξεταστική, σε μια απόπειρα νοικοκυροσύνης εντελώς αποτυχημένη, έκλεισα τον γενικό διακόπτη ρεύματος πριν φύγω για διακοπές χωρίς να σκεφτώ τα κρέατα στην κατάψυξη. Μετά από αυτό, η κουζίνα δεν ήταν ποτέ η ίδια. Κατάφερε να ξεμυρίσει μόνον όταν έπεσε και έσπασε στον χώρο ακριβό άρωμα του φίλου που μας είχε εισαγάγει στους Μόντι. Η διαμονή της γιαγιάς ήταν αρκετά πιο ευχάριστη μετά το συμβάν. Δεν κατάφερα να ξεπληρώσω ποτέ την ανεκτίμητη αξία του αρώματος, αλλά εκτίμησα την κωμικοτραγικότητα.
Η κρεβατοκάμαρα κινούνταν στο ίδιο μοτίβο. Κρεβάτι από το σπίτι στο χωριό, καθρέφτες και διακοσμητικά που θα έπρεπε να είχαν βγει στη σύνταξη και κάδρα νοσταλγικά, με φωτογραφίες από φιλίες που άλλαξαν και χάθηκαν. Και μια ντουλάπα με περισσότερα ρούχα, σεντόνια, πετσέτες και παπλώματα απ’ όσα μπορεί να αντέξει ένα φοιτητικό σπίτι. Τα δωμάτια ένωνε ένα μικρό χολ φορτωμένο με κιλίμια και ακόμη περισσότερα κολάζ, όπως πρόσταζε η εποχή του NITRO και του DownTown.
Το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα του σπιτιού ήταν το τεράστιο μπαλκόνι με θέα τη θάλασσα και τα κάστρα. Τη θέα έκρυβε ενίοτε η τέντα με το κλασικό λουλουδένιο σχέδιο, μέχρι που μια μέρα που την ξέχασα κατεβασμένη τη μάδησε ο Βαρδάρης. Το μπαλκόνι –ο μόνος χώρος διαμορφωμένος με προϊόντα ΙΚΕΑ, που τότε έκανε τα πρώτα του βήματα στην πόλη– χρησιμοποιούνταν μόνο για μπιρίμπα, ποτέ για άλλες κοινωνικές συνάξεις αυξημένου ηχητικού ή οινοπνευματώδους αποτυπώματος. Τέτοιου είδους διασκέδαση πραγματοποιούνταν εκτός σπιτιού, σε κλαμπ υπό τους ήχους ηλεκτρονικής μουσικής ή σε μπουζούκια υπό τις κραυγές αποφοίτων μουσικών τηλεοπτικών εκπομπών – ποτέ κάτι ενδιάμεσο. Στα κλαμπ πηγαίναμε από επιλογή, ενώ τα μπουζούκια ήταν οικονομική διασκέδαση χάρη στις προσκλήσεις που κερδίζαμε από το Κοσμοράδιο.
Το σπίτι φιλοξένησε πολύ κόσμο, αλλά όχι φοιτητικούς έρωτες (οι σχέσεις από απόσταση σ’ αυτήν την ηλικία δίνουν χώρο στην ανάπτυξη πιο σημαντικών σχέσεων). Ήταν πάντοτε ανοιχτό σε θετικούς επισκέπτες, αλλά και σε αρνητικές φωνές που έψαχναν χώρο και ακροατήριο να ακουστούν. Και, κυρίως, ήταν ανοιχτό σε ανθρώπους που διέθεταν γενναιόδωρα τον χρόνο τους στη συνοδοιπορία.

Με εξαίρεση τις κατσαρίδες που συγκατοικούν με όλους τους φοιτητές της Θεσσαλονίκης, δεν είχα επίσημο συγκάτοικο. Ανεπίσημα, όμως, είχα τη Θάλεια. Η Θάλεια, παιδική φίλη από το τροχόσπιτο στο κάμπινγκ, σπούδαζε Φυσική την ίδια περίοδο, στην ίδια πόλη. Είχε δικό της σπίτι χωρίς συγκάτοικο ακριβώς κάτω από το πανεπιστήμιο και καταλήξαμε η Θάλεια, οι κατσαρίδες και εγώ να έχουμε δύο σπίτια (κέντρο – απόκεντρο), τα οποία συναλλάζαμε κατά το δοκούν, ανάλογα με την περίοδο της εξεταστικής, την περίοδο διασκέδασης ή την περίοδο αναπαραγωγής (για τις κατσαρίδες). Μαζί μας είχαμε και άλλα ζωντανά: το σκυλάκι της συνοδοιπόρου, διάφορα φυτά που δεν έμεναν ζωντανά για πολύ, κοινούς φίλους από διάφορες δραστηριότητες και ανεξάντλητη διάθεση για καλοπέραση. Ανακαλύπταμε μαζί την ενήλικη ζωή, βοηθώντας η μία την άλλη στις εξεταστικές, διαφωνώντας για την αξία της πανεπιστημιακής γνώσης («είναι πιο σημαντικοί οι νόμοι της φυσικής ή η αξία της καταγραφής για έναν πολιτισμό;» και άλλα τέτοια βαθυστόχαστα), χαζολογώντας, παρακολουθώντας ευλαβικά τηλεριάλιτι και προσφέροντας παρηγοριά όταν κάτι δεν εξελισσόταν όπως το είχαμε υπολογίσει.
Ως φοιτήτρια, ήμουν προνομιούχα. Εκτός από δύο σπίτια με όλα τα καλά τους, είχα και δικό μου αυτοκίνητο σε μια εποχή που το γεμάτο ντεπόζιτο έφτανε για όλο τον μήνα με ταξίδια πάνω-κάτω στην πατρίδα. Η αίσθηση προνομίου έπιασε εκείνη την εποχή ταβάνι. Δεν μου φαινόταν αρκετό το ότι δεν χρειαζόταν να περιμένω λεωφορείο για να πάω στο μάθημα ή οπουδήποτε. Θεωρούσα μεγάλο πλήγμα να παρκάρω σε θέση που ήταν περισσότερο από 50 μέτρα μακριά από εκεί όπου ήθελα να πάω. Έπαιρνα το αυτοκίνητο για να διανύσω ελάχιστη απόσταση (καμία περιβαλλοντική ή άλλη συνείδηση) και έλεγα ότι βρισκόμουν μόλις 7 λεπτά μακριά σε όποιον με περίμενε, ενώ δεν είχα καν ξεκινήσει. Οι αμέτρητες κλήσεις στο τζάμι λειτουργούσαν καρμικά, αλλά όχι ανασταλτικά εκείνη την εποχή της αναίδειας.
Το προνόμιο δεν σταματούσε εκεί. Για να εξασφαλίσω τα προς το ευ ζην (το ζην το εξασφάλιζαν με γενναιοδωρία οι γονείς), αλλά και για να μη ντρέπομαι για την καλή μου τύχη, εργαζόμουν σε εκδοτικό οίκου βρετανικού πανεπιστημίου – μια καθόλου τυπική φοιτητική δουλειά. Ήταν εργασία κανονική, με ευθύνη, στόχους και όλες τις πολιτικές γραφείου που έχουν οι ενήλικες δουλειές. Τη χρυσή για την Ελλάδα χρονιά του 2004, όταν πιάσαμε τους στόχους, κάναμε την ετήσια συνάντηση στη Μύκονο για να το γιορτάσουμε. Οι σοβαροί συνάδελφοι που έθρεφαν τις οικογένειές τους και εγώ, η προνομιούχα φοιτήτρια.
Ανάμεσα στις σπουδές, τη δουλειά και τη διασκέδαση δεν υπήρχε ελεύθερος χρόνος για άλλα πράγματα. Όταν στην εξίσωση προστέθηκαν και μαθήματα Ισπανικών και Τουρκικών –διπλωματία, γαρ– ο ελεύθερος χρόνος έγινε ακόμη πιο πολύτιμος και ξοδευόταν χωρίς εκπτώσεις. Το πρωινό ξύπνημα έγινε όντως πρωινό και τα ξενύχτια έγιναν βραδιές με κρασί και ανάλυση περιεχομένου στο μπαλκόνι του κέντρου, παρέα με ενδιαφέρουσες προσθήκες πολύγλωσσων προσωπικοτήτων. Και όσο προχωρούσε ο χρόνος προς το πτυχίο και τη λήξη της φοιτητικής ζωής, οι εκπτώσεις εξαφανίστηκαν εντελώς. Αντίθετα, αυξήθηκαν οι τιμές στις επιλογές πάσης φύσης και μεγάλης ιστορικής σημασίας.
Διπλωμάτης, στα χαρτιά, δεν έγινα ποτέ. Αλλά οι σπουδές, η φοιτητική ζωή και το φοιτητικό σπίτι με βοήθησαν να διακρίνω τις περιπτώσεις όπου η διπλωματία είναι απολύτως απαραίτητη. Τις περιπτώσεις όπου η διπλωματία είναι απολύτως περιττή. Και τις περιπτώσεις όπου η διπλωματία, αν την εξασκήσεις την κατάλληλη στιγμή, μπορεί να αλλάξει τη ζωή σου.
Τη Θεσσαλονίκη, στα χαρτιά, δεν την αγάπησα ποτέ. Την ημέρα που έφυγα από το φοιτητικό σπίτι, λίγο πριν από την ορκωμοσία, θυμάμαι να οδηγώ το μικρό μου, προνομιακό αυτοκίνητο –φορτωμένο με πράγματα που δεν χρειάστηκα ποτέ– και να σκέφτομαι ανακουφισμένη ότι δεν θα έμενα ποτέ ξανά σ’ αυτήν την πόλη. Αυτή η πόλη, όμως, με προετοίμασε για ό,τι θα ερχόταν από εκεί κι έπειτα. Και μετά, με υποδέχτηκε ξανά. Σαν την άσωτη κόρη, έτοιμη να μου δώσει ακόμη μία ευκαιρία να την τιμήσω. Και έμελλε να γίνει η πόλη που με τίμησε και τίμησα περισσότερο από όλες.









