Θεσσαλονικίτιδα

Γράφει η Ναυσικά Γκράτζιου
ΑΠ’ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ ΠΟΥ ΣΤΟΛΙΣΑΝ ΚΑΙ ΟΜΟΡΦΥΝΑΝ ΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΕΧΩ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΣΤΟΝ ΒΙΤΑΛΙΑΝΟ ΠΟΖΕΛΙ, ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΧΑΡΟΥΜΕΝΟ ΣΙΚΕΛΟ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΕ ΤΟΝ ΕΚΛΕΚΤΙΚΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΠΟΓΕΙΩΣΕ ΣΤΑ ΠΟΛΛΑ ΚΤΙΡΙΑ ΠΟΥ ΕΧΤΙΣΕ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΔΙΑΛΕΞΕ ΓΙΑ ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΤΡΙΔΑ ΤΟΥ. ΑΠΟ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΕΚΤΙΣΕ Ο ΠΟΖΕΛΙ, ΕΧΟΥΜΕ ΚΑΙ ΧΑΙΡΟΜΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΗΡΙΟ, ΤΗ ΒΙΛΑ ΑΛΛΑΤΙΝΗ, ΤΟ ΓΕΝΙ ΤΖΑΜΙ, ΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΜΕΤΑΞΥ ΠΟΛΛΩΝ. ΚΙ ΟΤΑΝ ΛΕΩ «ΤΑ ΧΑΙΡΟΜΑΣΤΕ», ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΩ.
Η αρχιτεκτονική ιστορία τής Θεσσαλονίκης είχε την τύχη να συναντηθεί κάποτε με κάποιους σπουδαίους αρχιτέκτονες, που άφησαν πίσω τους κάποια λίγα, αλλά ωραιότατα και πολύ γερά κτίρια, τα οποία όχι μόνον υπάρχουν ακόμη, αλλά και τα χρησιμοποιούμε και τα καμαρώνουμε.
Επ’ ευκαιρία, μαθαίνουμε και τα ονόματα αυτών των αρχιτεκτόνων – και έτσι γνωρίζουμε τον Πιέρο ντ’Αριγκόνι (που έφτιαξε τη βίλα Μπιάνκα και τις βίλες Καπαντζή, μεταξύ άλλων), τον Ξενοφώντα Παιονίδη (της βίλας Μορντώχ και του Παπαφείου), τον Μαρίνο Δελλαδέτσημα (του κτιρίου τής ΧΑΝΘ), τον Λεονάρντο Τζέναρι (που έχτισε το «Κόκκινο Σπίτι»), τον Ερνέστ Εμπράρ (χάρη στον οποίο έχουμε τον άξονα της πλατείας Αριστοτέλους) και μερικούς άλλους. Τιμή και δόξα σε όλους τους προαναφερθέντες, που τους μνημονεύουμε νοερά κάθε φορά που το βλέμμα μας ξεκουράζεται πάνω στις απαράμιλλες καμπύλες των κτιρίων τους, που όχι μόνο στέκονται ακόμη στέρεα, αλλά είναι και σε πλήρη χρήση και ζωή.
Απ’ όλους τους αρχιτέκτονες που στόλισαν και ομόρφυναν τη Θεσσαλονίκη, έχω προσωπική αδυναμία στον Βιταλιάνο Ποζέλι, αυτόν τον χαρούμενο Σικελό που αγάπησε τον εκλεκτικισμό και τον απογείωσε στα πολλά κτίρια που έχτισε στη Θεσσαλονίκη, την οποία διάλεξε για δεύτερη πατρίδα του. Από αυτά που έκτισε ο Ποζέλι, έχουμε και χαιρόμαστε ακόμη το Διοικητήριο, τη βίλα Αλλατίνη, το Γενί τζαμί, την Τράπεζα Θεσσαλονίκης, την Παλιά Φιλοσοφική και την καθολική εκκλησία, μεταξύ πολλών. Κι όταν λέω «τα χαιρόμαστε», κυριολεκτώ. Λατρεύω να περνώ από την πλατεία Χρηματιστηρίου και να απολαμβάνω την υπέροχη πρόσοψη της παλιάς τράπεζας των Αλλατίνη, με το ρολόι στο κέντρο της, σταματημένο στις 23:06, την ώρα που έγινε ο σεισμός τού 1978. Μάλιστα, στο ισόγειο του κτιρίου κάποιοι έξυπνοι επιχειρηματίες έφτιαξαν μια πιτσαρία που ονόμασαν «Pizza Poselli» και κάνουν χρυσές δουλειές, συνδυάζοντας τη νόστιμη τροφή με την ιστορία.
Λίγα μέτρα πιο πέρα, ξεχωρίζει το καμπαναριό τής εκκλησίας τής Αμιάντου Συλλήψεως της Παναγίας, της «εκκλησίας των Φράγκων», όπως τη λέμε. Βλέποντας το περίτεχνο καμπαναριό, θυμάμαι την ιστορία που αφορά στο χτίσιμό του: ότι ο Ποζέλι, για να αποδείξει την ευστάθειά του, κρεμάστηκε από το σκοινί τής καμπάνας μαζί με δύο από τους γιούς του, τον Πρίμο και τον Σεκόντο. Έξι γιους απέκτησε ο Ποζέλι και τους ονόμασε κατά σειράν αφίξεως «Πρίμο», «Σεκόντο», «Τέρτσο», «Κουάρτο», «Κουίντο» και «Σέστο». Και έγιναν όλοι μουσικοί. Ουδείς ακολούθησε το επάγγελμα του μπαμπά, Βιταλιάνο, ο οποίος κατά γενική ομολογία ήταν ένας ήρεμος, ευγενής και χαρούμενος άνθρωπος, τρελά ερωτευμένος με την κατά 35 χρόνια νεότερη σύζυγό του, τη Λουίζα, η οποία, εκτός από τους έξι γιους, του χάρισε και δύο κόρες, την Ίντα και την Ιζαμπέλα.
Η ζωή τού Ποζέλι έγινε γνωστή χάρη στη Ζορζέτα Ποζέλι, την εγγονή του, που έγραψε το βιβλίο «Ο Βιταλιάνο Ποζέλι τής Θεσσαλονίκης». Τη δε Ζορζέτα την ανακάλυψε ο καθηγητής Αρχιτεκτονικής Βασίλης Κολώνας, αυτός που κυριολεκτικά ξέθαψε μια πλάκα με το όνομα του Ποζέλι από τον κήπο τού Γενί τζαμί. Έτσι, από ένα σκέτο όνομα, ο Ποζέλι έγινε μια οικεία φιγούρα, ένας πολύτεκνος, κοσμοπολίτης Ιταλός που διέθετε, λ.χ., παϊτόνι για να πηγαίνει στα γιαπιά του, έριχνε 60.000 αβγά στα θεμέλια του Διοικητηρίου για να σφίξουν τα υλικά, έπινε σαμπάνια με τους Αλλατίνη σχεδιάζοντας την τούβλινη βίλα τους και ζούσε μια ευτυχισμένη, οικογενειακή ζωή κάπου στη σημερινή οδό Δαγκλή, όπου κατοικούσε. Ως εικόνα, τον φανταζόμουν κάπως σαν τον Βέρντι. Τελικά, στο μοναδικό σωζόμενο πορτραίτο του βλέπω έναν συμπαθητικό κύριο με τεράστιο μουστάκι και βελούδινο βλέμμα. Τον ντύνω με φράκο και τον στέλνω σε έναν χορό μαζί με τη Λουίζα του, σε κάποια από τις υπέροχες βίλες που έχτισε στη Λεωφόρο των Εξοχών. Εκεί, η ζωή συνεχίζεται για πάντα, caro Vitaliano.









