Vice versa

Γράφει ο ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΝΙΚΗΦΟΡΙΔΗΣ.
ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ ΝΑ ΣΧΕΔΙΑΖΟΥΜΕ ΕΚΘΕΣΙΑΚΑ, ΕΜΠΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΣΥΝΕΔΡΙΑΚΑ ΚΕΝΤΡΑ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΜΑΣ. ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ ΝΑ ΔΙΝΟΥΜΕ ΑΚΟΜΗ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΧΩΡΟ ΣΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ, ΕΝΩ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ Ο,ΤΙ ΠΕΡΝΑΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΧΕΡΙ ΜΑΣ, ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΕΙ ΤΟ ΜΕΤΡΟ. ΖΟΥΜΕ ΣΕ ΜΙΑ ΠΟΛΗ ΠΛΗΜΜΥΡΙΣΜΕΝΗ ΑΠΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ ΑΤΑΚΤΩΣ ΕΡΡΙΜΜΕΝΑ, ΠΑΡΑΣΥΡΜΕΝΑ ΑΠΟ ΚΑΠΟΙΟΝ ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟ ΣΤΟ ΔΙΑΒΑ ΤΩΝ ΡΕΜΑΤΩΝ. ΒΛΕΠΕΤΕ, Η ΔΗΜΟΣΙΑ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΔΥΟ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΡΕΣΒΕΥΕΙ: ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΑΤΟΜΙΚΩΝ ΕΠΙΘΥΜΙΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΜΙΚΡΟΤΕΡΟ ΔΥΝΑΤΟ ΚΟΣΤΟΣ, ΓΙΑ ΝΑ ΤΑΚΤΟΠΟΙΗΣΟΥΜΕ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΑΤΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ.
ΕΙΜΑΣΤΕ τυχεροί! Ζούμε σε μια πόλη που σχεδόν το άλλο της μισό είναι ένας γενναιόδωρος θαλάσσιος ορίζοντας. Αγκαλιάζει σφιχτά τη θάλασσα, καμαρώνει τον Όλυμπο και αποχαιρετά καθημερινά με θεαματικό τρόπο τον ήλιο. Μπορείτε να φανταστείτε τη Θεσσαλονίκη χωρίς Θερμαϊκό, χωρίς θάλασσα; Ζούμε στη «Νύφη τού Θερμαϊκού». Ζούμε σε μια πόλη με χιλιάδες χρόνια ιστορίας, σταυροδρόμι κατακτητών, προσφύγων και μεταναστών. Όλοι έζησαν εδώ και όλοι απουσιάζουν.
ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΤΥΧΟΙ! Ζούμε σε μια πόλη ασφυκτικά πυκνοδομημένη, στριμωγμένη και βιασμένη. Σχεδιάστηκε από έναν λαμπρό αρχιτέκτονα, τον Ερνέστ Εμπράρ, με φαρδιές λεωφόρους, κήπους, πάρκα και ύψος κτιρίων που δεν ξεπερνούσε τους τέσσερις ορόφους. Από τη μία ημέρα στην άλλη, για να μην επιβαρυνθεί η πολιτεία με έργα υποδομής, το ύψος διπλασιάστηκε, οι δρόμοι στένεψαν, η κλίμακα χάθηκε και το φως και ο ήλιος έγιναν περιζήτητοι για κάποιους. Οι ακάλυπτοι μίκρυναν – όταν δεν εξαφανίστηκαν στο κέντρο τής πόλης. Πουθενά πια χώμα, μόνο χτισμένο. Εξαντλητική εκμετάλλευση από ένα αδηφάγο σύστημα και έναν λαό που αγνοεί το καλό για όλους. Ζούμε σε μια πόλη με ελάχιστους χώρους πρασίνου – το πράσινο εξαφανίστηκε, οι ορέξεις υπήρξαν αδίστακτες.
ΜΕΤΑ από όλες αυτές τις διαπιστώσεις, συνεχίζουμε να σχεδιάζουμε εκθεσιακά, εμπορικά και συνεδριακά κέντρα στο κέντρο τής πόλης μας. Συνεχίζουμε να δίνουμε ακόμη μεγαλύτερο χώρο στα αυτοκίνητα, ενώ ταυτόχρονα κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας, για να μην ολοκληρωθεί το μετρό. Ζούμε σε μια πόλη πλημμυρισμένη από αυτοκίνητα ατάκτως ερριμμένα, παρασυρμένα από κάποιον κατακλυσμό στο διάβα των ρεμάτων. Βλέπετε, η δημόσια διοίκηση δύο πράγματα πρεσβεύει: ικανοποίηση των ατομικών επιθυμιών και το μικρότερο δυνατό κόστος, για να τακτοποιήσουμε και άλλες ατομικές επιθυμίες. Έτσι εξαφανίστηκε ό,τι φυσικό, έτσι εξαφανίστηκαν τα ρέματα, έτσι αποκτήσαμε μιαν απρόσωπη πόλη. Και μετά ήρθε η εποχή τού καφέ, της χαλαρότητας, των τραπεζοκαθισμάτων, με τα σαλόνια να βγαίνουν στα πεζοδρόμια και τον δημόσιο χώρο να ιδιωτικοποιείται. Ήρθε και ο κορωνοϊός και το τερμάτισε. Αδιάβατα πεζοδρόμια, αδιάβατες ράμπες, αδιάβατες πλατείες, αδιάβατη πόλη. Όλα για την εστίαση – και η εστίαση έγινε μία μεγάλη φούσκα.
ΤΑ ΠΑΡΑΠΑΝΩ είναι τα δύο πρόσωπα της Θεσσαλονίκης. Μπορούμε να ξαναβρούμε τα ρέματα; Μπορούμε να ξαναβρούμε το πράσινο; Μπορούμε να κατεδαφίσουμε οικοδομικά τετράγωνα, για να ανασάνει η Θεσσαλονίκη; Μπορούμε να ξαναβρούμε την πόλη με τα τριώροφα και τα τετραώροφα; Δεν ξέρω εσείς τι λέτε, εγώ πιστεύω ότι τίποτα από τα παραπάνω δεν θα συμβεί!








