Ad hoc

Γράφει ο Tάσος Παπαδόπουλος*
ΤΕΛΕΙΩΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΤΣΙΓΑΡΟ ΣΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ (ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΗ ΣΥΝΑΚΟΛΟΥΘΗ ΚΑΤΟΠΤΕΥΣΗ ΤΗΣ ΚΕΝΗΣ ΛΕΩΦΟΡΟΥ), ΠΗΓΑΙΝΩ ΓΙΑ ΥΠΝΟ. ΑΝΑΠΟΦΕΥΚΤΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝΟΥΝ ΤΟ ΜΥΑΛΟ. ΣΥΝΗΘΙΣΑΜΕ, ΑΛΛΑ ΚΟΥΡΑΣΤΗΚΑΜΕ, ΕΛΠΙΖΟΥΜΕ, ΑΛΛΑ ΚΑΤΑΒΛΗΘΗΚΑΜΕ, ΠΕΦΤΟΥΜΕ, ΜΑ ΣΗΚΩΝΟΜΑΣΤΕ – ΚΑΠΟΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΟΛΟ ΑΥΤΟ ΘΑ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ, ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΑΛΛΙΩΣ. ΕΤΣΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΙΣΤΕΥΩ, ΠΑΡ’ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΣΠΟΡΟΥΣ ΤΗΣ ΑΜΦΙΒΟΛΙΑΣ ΠΟΥ ΞΕΦΥΤΡΩΝΟΥΝ ΣΑΝ ΑΓΡΙΟΧΟΡΤΑ ΣΤΟ ΚΟΥΡΑΣΜΕΝΟ ΜΟΥ ΚΕΦΑΛΙ.
Όταν ο ήλιος δύει, η κίνηση στη λεωφόρο Βασιλίσσης Όλγας αρχίζει να αραιώνει. Μετά από λίγο, σαν νυχτώσει για τα καλά, τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο καθαρά – ή μάλλον, ευδιάκριτα. Την απέραντη μονοτονία τού μεγάλου δρόμου σπάει μια κοπέλα που έχει βγάλει βόλτα τον σκύλο της, τα άδεια λεωφορεία τού ΟΑΣΘ που κινούνται –σχεδόν– άσκοπα μέχρι τη λήξη τής βάρδιας, η ηλικιωμένη κυρία που ταΐζει τις γάτες τής ετοιμόρροπης βίλας, delivery boys που κουβαλάνε γρήγορο φαγητό και οι φάροι από τα απορριμματοφόρα τού δήμου και τα περιπολικά τής αστυνομίας, που αντανακλούν στα τζάμια των άχαρων πολυκατοικιών.
Παρατηρώντας αυτές τις καθημερινές κινήσεις των ανθρώπων από το μπαλκόνι μου, νιώθω σαν παντεπόπτης οφθαλμός που κατοπτεύει την ολίγη, πλέον, συνάφεια του κόσμου, όση τέλος πάντων απόμεινε ως μακρινή ανάμνηση μιας χαμένης κανονικότητας. Είμαστε όμως προσαρμοστικά όντα, αυτό είναι αναμφισβήτητο! Μπορούμε να επιβιώσουμε σε αφιλόξενες ερήμους, παγωμένες βουνοκορφές, απομονωμένα νησιά, άγονες στέπες, αστικές ζούγκλες και σκοτεινά δάση. Προς το παρόν όμως επιβιώνουμε μόνο στα σπίτια μας και στον περιορισμένο πολεοδομικό περίγυρό τους· κι αυτό, τελικά, δεν είναι τόσο εύκολο…
Τελειώνοντας το τσιγάρο στο μπαλκόνι (μαζί με τη συνακόλουθη κατόπτευση της κενής λεωφόρου), πηγαίνω για ύπνο. Αναπόφευκτες σκέψεις στοιχειώνουν το μυαλό. Συνηθίσαμε, αλλά κουραστήκαμε, ελπίζουμε, αλλά καταβληθήκαμε, πέφτουμε, μα σηκωνόμαστε – κάποια στιγμή όλο αυτό θα τελειώσει, δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. Έτσι θέλω να πιστεύω, παρ’ όλους τους σπόρους τής αμφιβολίας που ξεφυτρώνουν σαν αγριόχορτα στο κουρασμένο μου κεφάλι.
Όχι, σίγουρα κάποια στιγμή θα τελειώσει – και μάλλον σχετικά σύντομα. Υποστήκαμε όμως ένα συλλογικό τραύμα, το μέγεθος του οποίου ίσως δεν έχουμε κατανοήσει ακόμη. Όπως αυτό που ζούμε δεν έγινε από τη μία μέρα στην άλλη, έτσι και η επαναφορά μας θα είναι –και είναι– αργή.
Αν με ρωτούσε κάποιος «ποιο θα ήταν το πρώτο πράγμα που θα έπραττες, αν σου λέγανε ‘βγες έξω και κάνε ό,τι θέλεις’», μάλλον θα έψαχνα να βρω ένα ιατρείο για την ψυχή μου, ένα ιατρείο που θα θεράπευε την κοινή μας ψυχή, διαγράφοντας το κενό τού χαμένου χρόνου και της φαρμακερής απόστασης που αποκτήσαμε μεταξύ μας λόγω της πανδημίας. Από τη στιγμή όμως που τέτοιο ιατρείο δεν υπάρχει, θα πρέπει να το δημιουργήσει καθένας μόνος του και όλοι μαζί συλλογικά.
Ίσως τότε να πάρουμε πίσω ένα μικρό κομμάτι από αυτό που χάσαμε. Ίσως όμως και όχι…









