The guest editor

Γράφει η Αθηνά Περιστεροπούλου*
ΤΟ ΒΑΣΙΚΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ ΗΤΑΝ ΟΤΙ ΣΧΕΔΟΝ ΣΥΝΟΡΕΥΕ ΜΕ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΠΑΠΠΟΥΔΩΝ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. ΜΙΑ ΣΥΝΘΗΚΗ ΠΟΛΥ ΒΟΛΙΚΗ, ΟΤΑΝ ΕΣΠΑΓΕΣ ΤΑ ΚΡΥΣΤΑΛΛΑ ΤΗΣ ΜΑΜΑΣ ΚΑΙ ΕΨΑΧΝΕΣ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ ‘Η ΟΤΑΝ ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΗΘΕΛΑΝ ΝΑ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΟΥΝ ΣΕ ΚΑΠΟΙΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΠΟΥ ΕΦΕΡΕ ΣΥΝΗΘΩΣ ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΙΚΟ ΟΝΟΜΑ –ΟΠΩΣ «ΒΕΡΣΑΛΛΙΕΣ»– ΚΑΙ ΕΙΧΑΝ ΑΤΟΜΟ ΝΑ ΚΡΑΤΗΣΕΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ (ΤΙΣ ΛΙΓΕΣ ΦΟΡΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΑΣ ΕΠΑΙΡΝΑΝ ΜΑΖΙ, ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΤΑΛΗΞΟΥΜΕ ΝΑ ΚΟΙΜΟΜΑΣΤΕ ΣΕ ΞΕΚΛΕΙΔΩΤΑ ΟΧΗΜΑΤΑ ΣΤΟ ΠΑΡΚΙΝΓΚ ΤΩΝ ΑΝΑΚΤΟΡΩΝ).
Το πρώτο απόκτημα των γονιών μου ήταν ένα διώροφο σπίτι στην άκρη της πόλης. Το θυμάμαι με κάθε λεπτομέρεια: τη μπλε μοκέτα στο σαλόνι (ασορτί με τις μπλε κουρτίνες, το μπλε ύφασμα του καναπέ, τους πίνακες σε μπλε αποχρώσεις), τον μπουφέ με τα απαγορευμένα λικέρ και το επιτραπέζιο πλυντήριο πιάτων που χρησιμοποιούνταν μόνον ως βάση για το κλουβί της Μπρουκ (ένα πτηνό νευρικό, που είχε πάρει το όνομά του από την «κακιά» της «Τόλμης και Γοητείας»). Το πιο ωραίο δωμάτιο του σπιτιού ήταν το παιδικό δωμάτιο με την κόκκινη μοκέτα, την κουκέτα, το σπίτι της Μπάρμπι (λάφυρο από παιδικές εγχειρήσεις) και τις αφίσες του Τζον Κόρφα στην πόρτα – δικές μου, αλλά χρήσιμες για τον αδερφό μου, ως διαπραγματευτικό χαρτί στα μαλώματά μας. Στο δωμάτιο υπήρχε και μια μικρή τηλεόραση συνδεδεμένη με πληκτρολόγιο, για τον μπαμπά που έπαιζε μανιωδώς πάκμαν με εμάς δίπλα του να τον παρακολουθούμε με δέος.
Το βασικό χαρακτηριστικό του σπιτιού ήταν ότι σχεδόν συνόρευε με το σπίτι των παππούδων της πόλης. Μια συνθήκη πολύ βολική, όταν έσπαγες τα κρύσταλλα της μαμάς κι έψαχνες καταφύγιο ή όταν οι γονείς ήθελαν να διασκεδάσουν σε κάποιο κέντρο της εποχής που έφερε συνήθως αριστοκρατικό όνομα –όπως «Βερσαλλίες»– και είχαν άτομο να κρατήσει τα παιδιά (τις λίγες φορές που δεν μας έπαιρναν μαζί, για να καταλήξουμε να κοιμόμαστε σε ξεκλείδωτα οχήματα στο πάρκινγκ των ανακτόρων). Οι παππούδες της πόλης δεν ήταν καθόλου αστοί. Ήταν άνθρωποι μεγαλωμένοι στο χωριό, που μετακόμισαν στην πόλη για καλύτερες δουλειές και προοπτικές για τα τρία τους παιδιά. Αν τους έβλεπες, όμως, καταλάβαινες ότι τα σύνορα του χωριού ήταν πολύ μικρά για να τους χωρέσουν.
Το σπίτι τους ήταν μοιρασμένο σε χώρους του παππού και χώρους της γιαγιάς, δύο ανθρώπων εντελώς διαφορετικών μεταξύ τους. Οι χώροι του παππού είχαν τα απολύτως απαραίτητα: πράσινο σαπούνι, χτένα για τα μαλλιά και το μουστάκι, φρέσκο σκόρδο, σοκολάτα αμυγδάλου και Κλιάφα λεμονάδα σε κασόνια. Ο παππούς αριστερός, αλλά τρομερά θρήσκος, σύντροφος του Βελουχιώτη στα βουνά, αλλά και πατέρας που έστειλε την κόρη του στην Αμερική για σπουδές, βαθιά δύσπιστος, αλλά δίκαιος. Ήταν ο πρώτος που μου έμαθε ότι είναι αποδεκτό να είσαι πολλά πράγματα ταυτοχρόνως, αρκεί να μπορείς να τεκμηριώσεις την ετερόκλητη σύστασή σου. Η ευελιξία στις άκρες του τον βοήθησε να ζήσει μια ζωή λιγότερο επώδυνη.
Οι χώροι της γιαγιάς ήταν γεμάτοι με υφάσματα, χτένια και ρολά για τα ξανθά της μαλλιά, βραχιόλια, έντονα κραγιόν και βερνίκια νυχιών, αμέτρητα φορέματα και εκκεντρικά γυαλιά οράσεως. Στους υπόλοιπους όλα αυτά έμοιαζαν περιττά, αλλά για τη γιαγιά ήταν απολύτως απαραίτητα. Φόρτωνε ασφυκτικά το περιβάλλον της με πράγματα ανάλαφρα και ευχάριστα, για να μην υπάρχει καθόλου χώρος για δυσάρεστες σκέψεις. Αν καμιά φορά της έπιανες συζήτηση για κάτι σοβαρό που έχρηζε άμεσης λύσης, άλλαζε αμέσως θέμα: «Δεν είναι ώρα τώρα για τέτοια» έλεγε και επέλεγε να συνεχίσει την ευχάριστη ύπαρξή της. Ήταν η πρώτη που μου έμαθε ότι η ελαφριά αντιμετώπιση της ζωής μπορεί να σε βοηθήσει να ξεπεράσεις τις πιο βαριές καταστάσεις. Η ίδια της η ζωή έμελλε να δικαιώσει αυτήν την επιλογή.
Δεν ξέρω αν ο παππούς και η γιαγιά συναντήθηκαν ποτέ στο γκρι. Ξέρω όμως ότι η καθημερινότητα μαζί τους ήταν τουλάχιστον ενδιαφέρουσα. Το σπίτι τους ήταν η παιδική μας κρυψώνα, γεμάτη με λιχουδιές (τριψάνα, τυροκλούρι και χτυπητό αβγό), θησαυρούς κάθε λογής, αυστηρότητα του παππού που εξαφάνιζε η γιαγιά, αγάπη και φροντίδα. Σκέφτομαι καμιά φορά την επιρροή των παππούδων στη διαμόρφωση της δικής μου γενιάς και πόσο διαφορετική θα ήμουν, αν δεν είχα την τύχη να μεγαλώσω μαζί τους. Και αναρωτιέμαι: η ίδια γενιά δίνει χώρο στους παππούδες να διαμορφώσουν τα δικά της παιδιά;
«Δεν είναι ώρα τώρα για τέτοια» σκέφτομαι μετά και συνεχίζω ακάθεκτη την ασφυκτική γονεϊκότητα των καιρών, σε σπίτια της πόλης πολύ διαφορετικά από αυτά που μεγαλώσαμε.









