
Η διπλωματική εργασία «‘μαρμάρου αφηγήσεις’: Αναβίωση του εγκαταλελειμμένου οικισμού Ισμαήλ στην Τήνο» του Δημήτριου-Γεώργιου Ρήγα (Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών ΑΠΘ, Σεπτέμβριος 2021), με επιβλέπουσα την καθηγήτρια Μαρία Δούση, συντάχθηκε με κυρίαρχη πρόθεση ο οικισμός Ισμαήλ να μετατραπεί από ξεχασμένος ερειπιώνας σήμερα σε μια πολιτιστική στάση, στην οποία ο επισκέπτης θα μπορεί να έρθει σε επαφή με τη μαρμαρογλυπτική, πειραματιζόμενος απευθείας πάνω στο συγκεκριμένο πέτρωμα. Στην ιστορική ανάλυση του οικισμού συνέβαλε σημαντικά ο ιστορικός ερευνητής και συγγραφέας Κωνσταντίνος Δανούσης.
Η ανάπτυξη της πρότασης οργανώνεται σε τρεις φάσεις: i. αποτύπωση και ανάλυση του οικισμού και της ευρύτερης περιοχής, ii. διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης και iii. εξέλιξη της δυναμικής του οικισμού με την ένταξη workshop μαρμαρογλυπτικής.
Η ευρύτερη περιοχή
Ο Ισμαήλ εντάσσεται στην ευρύτερη περιοχή της Εξωμεριάς, αποτελώντας σταυροδρόμι ανάμεσα στο πλούσιο δίκτυο μονοπατιών του νησιού. Βρίσκεται 5 χιλιόμετρα βορειοδυτικά του Πύργου (της παλιάς Χώρας του νησιού) και γειτνιάζει με τους οικισμούς Μαμάδος και Μαρλάς. Στην Εξωμεριά βρίσκονται και τα περισσότερα λατομεία μαρμάρου της Τήνου, λίγα εκ των οποίων είναι ακόμη ενεργά. Το λευκό μάρμαρο Βάθης είναι εκείνο που χρησιμοποιείται κυρίως στη μαρμαρογλυπτική, όντας πιο μαλακό και εύπλαστο.
Ο Πύργος, ως κέντρο των μαρμαρογλυπτών, φιλοξενεί το Μουσείο Μαρμαρογλυπτικής και το Σχολείο Καλών Τεχνών της Τήνου, στο οποίο οι φοιτητές έρχονται σε επαφή με τη συγκεκριμένη τέχνη. Από τον Πύργο καταγόταν, επίσης, ο περίφημος μαρμαρογλύπτης Γιαννούλης Χαλεπάς, η μητέρα του οποίου, Ειρήνη Λαμπαδίτη, καταγόταν από τον οικισμό Ισμαήλ.
Τα ιστορικά δεδομένα
Το όνομα του οικισμού προέρχεται από την αναφορά του ως τόπου της οικογένειας Μαΐλη (Στου Μαΐλη > Σ’ Μαΐλη > Σμαΐλη > Σμαΐλ’ > Ισμαήλ), από την οποία ιδρύθηκε το 1750. Το 1880, με την έναρξη της λατόμευσης μαρμάρου στο νησί, οι κάτοικοι αρχίζουν να συγκεντρώνονται σε μεγαλύτερους οικισμούς, πιο κοντά στα λατομεία. Αρχίζει έτσι σταδιακά να μειώνεται η ανθρώπινη παρουσία στον οικισμό, με την πλήρη εγκατάλειψή του να επέρχεται ώς το 1950. Ο οικισμός παρέμεινε ζωντανός για μόλις δύο αιώνες, αποτελώντας εν συνεχεία καταφύγιο για τα αιγοπρόβατα της περιοχής, τα οποία σήμερα αποτελούν τους μοναδικούς «χρήστες» του.


Χωρική οργάνωση
Ο οικισμός αναπτύσσεται κυρίως γραμμικά και κατά μήκος του μονοπατιού, ακολουθώντας την απάνεμη κλίση της πλαγιάς. Είχε δημιουργηθεί με την προοπτική εξέλιξής του σε συγκροτημένο χωριό. Κατά τη σύντομη ιστορία του, οργανωνόταν με τις 20 κατοικίες του να δημιουργούν έναν πυρήνα και τα κτήρια σταβλισμού να προκαλούν τη σταδιακή διάχυσή του. Υπήρχαν, επίσης, τρεις φούρνοι, δύο πατητήρια και ένας μικρός περιστερώνας.
Στον Ισμαήλ, όπως και στα υπόλοιπα χωριά του νησιού, δεν υπήρχε ώς τις αρχές του 20ού αιώνα η έννοια της πλατείας, με τις όποιες συγκεντρώσεις να πραγματοποιούνται στη μεγαλύτερη εκκλησία του χωριού και τους ανθρώπους να συναθροίζονται καθημερινά στους δρόμους.
Πραγματοποιήθηκε καταγραφή της κατάστασης των κτηρίων, για την εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς τη φθορά που έχει επέλθει στον οικισμό. Σε αρκετά κτήρια, τμήμα του δώματος ή ακόμη και ολόκληρο το δώμα έχει καταρρεύσει, ενώ σε άλλα έχει αρχίσει να αποδομείται και η ίδια η λιθοδομή. Αρκετές δομές, ωστόσο, βρίσκονται σε φαινομενικά ακέραια κατάσταση, με τα σημάδια του χρόνου, σε κάθε περίπτωση, να είναι εμφανή. Τα δύο τοπικά εκκλησάκια (της Παναγιάς και του Αγίου Ιωάννη) διατηρούνται και συντηρούνται τακτικά, όπως επίσης και ο περιστερώνας του οικισμού.



Η κατοικία
Ο βασικός τύπος κατοικίας που εντοπίζεται στον οικισμό (δομημένος από ξερολιθιά) οργανώνεται σε τρεις ζώνες: διημέρευση, διανυκτέρευση, αποθήκευση. Τα περισσότερα κτίσματα είναι ημίσκαφα ή υπόσκαφα, τοποθετημένα κάθετα στην κλίση του εδάφους και συνήθως εφαπτόμενα στα γειτονικά κτήρια, συχνά με μοναδική ελεύθερη όψη εκείνη της εισόδου.
Οι ξερολιθικές δομές στεγάζονται με την τεχνική του νησιώτικου δώματος. Οι τοίχοι στήριξης είναι συνήθως εκφορικοί για τη μεγιστοποίηση του χώρου, με την ελάχιστη απόστασή τους στην κορυφή. Στη συνέχεια φέρουν μεγάλες σχιστολιθικές πλάκες (τα στεγάδια, τα οποία ουσιαστικά «δένουν» την όλη κατασκευή). Τέλος, τοποθετείται κοκκινόχωμα με προσμίξεις μικρών πετρών και άχυρου, με σκοπό τη στεγανοποίηση του δώματος. Πρόκειται για μια κατασκευή, η οποία, για να συντηρηθεί, βρέχεται και κυλινδρώνεται κάθε χρόνο (τον Σεπτέμβριο, μετά το πρωτοβρόχι) με ένα κυλινδρικό κομμάτι μαρμάρου, το «κορκοκύλι» ή αλλιώς «κύλεθρο» (εικόνα 6).
Η διατήρηση
Στόχος της πρότασης είναι να μελετηθεί κατά πόσον τα υπάρχοντα κελύφη από ξερολιθιά θα μπορούσαν να φιλοξενήσουν τη νέα χρήση χωρίς κάποια μορφολογική επέμβαση πάνω στο υφιστάμενο, διασφαλίζοντας παράλληλα την αποτροπή περαιτέρω δομικής αλλοίωσης του οικισμού. Η διατήρηση της διατρητότητας που έχει προκύψει όλα αυτά τα χρόνια εγκατάλειψης είναι επιθυμητή, ως σημάδι του χρόνου και κομμάτι της ιστορίας του οικισμού, προσφέροντας παράλληλα ιδιαίτερες ποιότητες και σιλουέτες φωτισμού.
Στο πλαίσιο αυτό, προτείνεται η εκκαθάριση του οικισμού από τις ερριμμένες πέτρες και η στατική ενίσχυση των ξερολιθικών δομών από ένα ανακλητό σύστημα, παρεμβαίνοντας στο ελάχιστο και με τρόπο αναστρέψιμο. Επιλέγεται μια λογική ανάλογη αυτής του ικριώματος: πρόκειται για ένα σύστημα ευέλικτο τόσο σε επίπεδο κάτοψης όσο και καθ’ ύψος, με τα ικριώματα να έχουν τη δυνατότητα να προσαρμόζονται σε κάθε υφιστάμενο κέλυφος ξεχωριστά.
Η τοποθέτησή τους στα περισσότερα κτίσματα κρίνεται αναγκαία. Κατ’ αντιστοιχία με τη στατικότητα μιας καμάρας, έτσι και στην εκφορική ξερολιθική δομή, αν με κάποιον τρόπο απομακρυνθεί ή καταρρεύσει το κλειδί της κατασκευής, το αποτέλεσμα θα είναι η βέβαιη σταδιακή κατάπτωσή του (εικόνα 8). Επομένως, το μεταλλικό σύστημα, το οποίο φωλιάζει εσωτερικά του πέτρινου κελύφους, έχει σκοπό την υποστήριξη της οροφής, συνεργαζόμενο με την υφιστάμενη λιθοδομή.
Εξαιτίας των καταρρεύσεων που έχουν ήδη επέλθει, προκύπτει μια κλιμάκωση στην αναλογία ξερολιθικής και μεταλλικής κατασκευής. Στην πλειοψηφία των κτισμάτων, η πρόσοψη έχει διατηρηθεί ακέραιη και το μεταλλικό σύστημα τοποθετείται με σκοπό απλώς τη στατική ενίσχυσή τους εσωτερικά. Σε δομές, ωστόσο, που έχουν καταρρεύσει σημειακά ή σχεδόν ολοκληρωτικά, το αποτέλεσμα είναι το μεταλλικό σύστημα να εκτονώνεται εξωτερικά, συμπληρώνοντας έτσι νοητά το κτίσμα και οριοθετώντας τον ημιυπαίθριο χώρο που τυχόν προκύπτει (εικόνα 9).
Με την πρόταση αυτή είναι επιθυμητή η συνέχιση της δυναμικής διαδικασίας γήρανσης του τόπου μέσω της ωρίμανσης της υλικότητας. Για τα ικριώματα προτείνεται η χρήση corten, το οποίο διαθέτει χαρακτηριστικά εξέλιξης μέσα από την οξείδωση. Γίνεται ένας παραλληλισμός με τη φυσική αποίκιση λειχήνων επάνω στις υφιστάμενες πέτρες (εικόνες 4 και 10).

Η εξέλιξη
Προς την κατεύθυνση της αναβίωσης του οικισμού, βασικός στόχος είναι η επαναφορά του κτιριακού δυναμικού στον άνθρωπο και η επιστροφή των αιγοπροβάτων στα κτήρια σταβλισμού που βρίσκονται περιφερειακά του Ισμαήλ. Ως νέα χρήση προτείνεται η δημιουργία workshop μαρμαρογλυπτικής. Βασική πρόθεση, επομένως, αποτελεί η εξέλιξη του οικισμού σε μια πολιτιστική στάση, ένα ζωντανό έκθεμα, ενισχύοντας παράλληλα έμμεσα και τα γειτονικά χωριά, Μαμάδος και Μαρλάς.
Ο εξοπλισμός που απαιτείται για ένα εργαστήρι μαρμαρογλυπτικής είναι στοιχειώδης – ένας πάγκος εργασίας αρκεί για τον μαρμαρογλύπτη. Συμπληρωματικό ρόλο έχουν τα ράφια για την εναπόθεση σχεδίων και προπλασμάτων, ενώ η καρέκλα συνήθως δεν είναι απαραίτητη. Η ολοκληρωμένη δημιουργική διαδικασία ξεκινά από τα σχέδια, από τα οποία δημιουργείται σε πραγματική κλίμακα ένα πήλινο πρόπλασμα. Από αυτό δημιουργείται ένα γύψινο αντίγραφο, το οποίο χρησιμοποιείται ως πρότυπο για τη μεταφορά του έργου στο μάρμαρο με την τεχνική της σημειοθεσίας (ποντάρισμα).
Για την αναπαραγωγή ενός γλυπτού μικρής κλίμακας χρειάζονται κατά μέσον όρο 7-12 ημέρες. Επομένως, για τη στέγαση των επισκεπτών προτείνεται η δημιουργία μιας νέας, υπόσκαφης δομής για τη φιλοξενία τους, καθώς και ορισμένων ακόμη δημόσιων χρήσεων (κοινόχρηστη κουζίνα, WC, χώρος συνάθροισης και αρχείο σχεδίων για τα μαρμαροτεχνήματα). Σημειωτέον ότι, με στόχο την παράλληλη αναβάθμιση των γειτονικών οικισμών του Μαμάδου και του Μαρλά, η φιλοξενία στους ξενώνες περιορίζεται στα 12 άτομα.
Η νέα κατασκευή προκύπτει ως μια νέα, αποδομημένη ξερολιθιά, οι ζωτικοί χώροι της οποίας προκύπτουν μεταξύ των δύο βασικών αξόνων μιας υπό κατάρρευση, υπάρχουσας ξερολιθιάς, χωρίς να αλλοιώνεται η τοπογραφία του εδάφους.
Η παλιά διώροφη κατοικία και το κτίσμα που περιλαμβάνει τον περιστερώνα μετατρέπονται σε χώρους στάσης και συνάθροισης των επισκεπτών. Το μοναδικό κτήριο του οποίου διασώζεται μέρος μόνο της περιμετρικής λιθοδομής μετατρέπεται σε έναν μικρό «αμπελώνα», παρέχοντας τη δυνατότητα άτυπης στάσης και μνημονεύοντας την ασχολία με το αμπέλι στον οικισμό. Τα κτήρια με τους φούρνους και τα πατητήρια, καθώς και η κατοικία της μητέρας του Χαλεπά δεν παραλαμβάνουν κάποια ενεργό χρήση, αποτελώντας εκθέματα του εαυτού τους. Οι υπόλοιπες παλιές κατοικίες αποτελούν πλέον κοιτίδες παραγωγής μαρμάρινων τεχνημάτων, με τις στεγανές αποθήκες να παραμένουν χώροι αποθήκευσης – πλέον, για την πρώτη ύλη. Ο ελαιώνας, χωρικά ορισμένος πια, λαμβάνει χαρακτήρα άτυπης πλατείας. Τέλος, γίνεται ξεκάθαρος ο διαχωρισμός των δομών που προορίζονται για τη φιλοξενία αιγοπροβάτων.
Η διπλωματική εργασία εστιάζει περισσότερο στην αποτύπωση της υφιστάμενης κατάστασης και στην προσπάθεια αυτή να μην αλλοιωθεί. Ο Ισμαήλ αναβιώνει, θέτοντας μια παύση στη συνεχή αποσάθρωσή του. Εξακολουθεί να εξελίσσεται στον χρόνο, διατηρώντας την αδρή ατμόσφαιρα που έχει διεκδικήσει τον τελευταίο αιώνα, αποκτώντας πλέον, όμως, έναν νέο εκπαιδευτικό χαρακτήρα, όντας ενεργός και παρών στο ευρύτερο τοπίο της περιοχής. Έτσι, ο επισκέπτης αποκτά τη δυνατότητα να γνωρίσει σε βάθος τόσο τον ίδιο τον οικισμό όσο και την κουλτούρα του νησιού.











