
Η διπλωματική εργασία της Βασιλικής Μπατζόλη με τίτλο «Ανασχεδιασμός της καπναποθήκης στην οδό Λαγκαδά 222 και επανάχρησή της σε συγκρότημα κατοικιών» (Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, Πολυτεχνική Σχολή Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με επιβλέπουσα καθηγήτρια τη Μαρία Δούση και εντεταλμένο διδάσκοντα τον Σταύρο Απότσο) επικεντρώνεται στον ανασχεδιασμό της καπναποθήκης στην οδό Λαγκαδά 222, στη Σταυρούπολη Θεσσαλονίκης, και στον μετασχηματισμό της σε συγκρότημα κατοικιών. Το κτήριο ανήκει στο ευρύτερο δίκτυο καπναποθηκών της περιοχής και αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα βιομηχανικής κληρονομιάς, η οποία όμως σήμερα βρίσκεται σε κατάσταση εγκατάλειψης.
Το πλαίσιο της Σταυρούπολης
Η Σταυρούπολη, γνωστή για την έντονη βιομηχανική ιστορία της, φιλοξενεί πολυάριθμες καπναποθήκες, οι οποίες σηματοδοτούν την οικονομική και αρχιτεκτονική ταυτότητά της. Ωστόσο, η αλλαγή των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών και η παρακμή του καπνοβιομηχανικού τομέα έχουν οδηγήσει στην αχρηστία αυτών των κτηρίων, δημιουργώντας την ανάγκη επαναχρησιμοποίησής τουςμε τρόπο που να συνδυάζει σύγχρονες ανάγκες και ιστορική διατήρηση.
Η οικιστική ανάπτυξη της περιοχής ξεκίνησε τη δεκαετία του 1950 και του 1960, μετά την εγκατάσταση εργατών που μετακινήθηκαν λόγω της ανάπτυξης των τοπικών βιομηχανιών — ιδιαίτερα των καπνοβιομηχανιών. Μια σημαντική καμπή ήταν η δημιουργία της πρώτης μεγάλης βιομηχανικής μονάδας το 1953, μιας συνεταιριστικής μονάδας γαλακτοκομικών προϊόντων.
Στις δεκαετίες του 1960 και του 1970 η περιοχή γνώρισε ταχεία εκβιομηχάνιση, με την ανέγερση πολλών καπνοβιομηχανιών και την οργανωμένη δόμηση εργατικών κατοικιών. Η Τερψιθέααναπτύχθηκε ως μια τυπική εργατική συνοικία, με χαρακτηριστικά πολεοδομικά στοιχεία, όπως κανναβοειδείς και διαγώνιες ρυμοτομίες.
Ωστόσο, από τη δεκαετία του 1990 και μετά η αποβιομηχάνιση άφησε πίσω της εγκαταλελειμμένα βιομηχανικά κτήρια, τα οποία ωστόσο έχουν δυναμικό για αναδιαμόρφωση. Σήμερα, πολλά από αυτά έχουν μετατραπεί σε εμπορικούς, ξενοδοχειακούς ή εκπαιδευτικούς χώρους, δείχνοντας τις δυνατότητες επαναχρησιμοποίησης τέτοιων δομών.
Η προσβασιμότητα ενισχύεται από τους κύριους οδικούς άξονες (Λαγκαδά, Ακριτών, Γωγούση) και την προγραμματισμένη μελλοντική στάση μετρό. Παράλληλα, η παρουσία εγκαταλελειμμένων καπναποθηκών και μεγάλων αχρησιμοποίητων εκτάσεων προσφέρει ευκαιρίες για νέες χρήσεις, ιδίως σε συνδυασμό με τα ήδη υπάρχοντα πάρκα της περιοχής.
Ιστορικό και αρχιτεκτονική δομή
Το κτήριο βρίσκεται στην οδό Λαγκαδά 222, δίπλα από το ρέμα Ξηροποτάμου. Ανεγέρθηκε το 1961 από τον καπνέμπορο Φώτιο Αθανασόπουλο, με αρχική μελέτη του πολιτικού μηχανικού Δημητρίου Ντελάλη. Αρχικά διέθετε ημιυπόγειο και τρεις ορόφους, με πολυγωνική γεωμετρία προσαρμοσμένη στο ιδιόμορφο οικόπεδο. Η κύρια είσοδος βρίσκεται στο επίπεδο του ισογείου, στη δεξιά πλευρά της πρόσοψης, ενώ μία βοηθητική είσοδος στη νότια πλευρά εξυπηρετούσε το εργατικό προσωπικό.
Ένα χαρακτηριστικό στοιχείο είναι η εσοχή ανάμεσα στα δύο κλιμακοστάσια, η οποία δημιουργούσε χώρο για την τροφοδοσία εμπορευμάτων. Αυτός ο χώρος προστατευόταν με μεταλλικό υπόστεγο, αναδεικνύοντας τη λειτουργικότητα του κτηρίου ως καπναποθήκης.
Αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά
Συμπαγής όγκος με επαναλαμβανόμενους τυπικούς ορόφους.
Ρυθμικά ανοίγματα ίδιων διαστάσεων σε όλες τις όψεις, με οριζόντιες και κατακόρυφες σκοτίες που εφάπτονται στις ακμές του.
Ιδιαίτερα στοιχεία: Ξύλινα, γαλλικά πατζούρια (προστασία από τον ήλιο). Κιτρινωπή, ωχρά βαφή, η οποία —λόγω της έκθεσης σε υγρασία και ηλιακή ακτινοβολία— έχει αποκτήσει διαφοροποιημένες αποχρώσεις.
Τα σημεία-σταθμοί
Το κτήριο λειτουργούσε ως καπναποθήκη ώς το 1999, οπότε μετατράπηκε σε έδρα και αποθήκη του ξενοδοχειακού κλάδου της εταιρείας. Ο Κωνσταντίνος Αθανασόπουλος παρείχε τις πληροφορίες και τα σχέδια για την τεκμηρίωση της ιστορίας του.
1961: Το κτήριο ανεγείρεται από τον Φώτιο Αθανασόπουλο (πολιτικός μηχανικός: Δ. Ντελάλης).
1968: Προστίθενται δύο όροφοι (γενικός επιβλέπων: Μ. Κονδύλης — Επιβλέπων του ΦΟ: Γ. Λαδάς).
1999: Διακοπή λειτουργίας ως καπναποθήκης.
2000+: Μετατροπή σε ξενοδοχειακό συγκρότημα.
Προσωπική σύνδεση
Ως κάτοικος της περιοχής, έχω την επίγνωση ότι η Σταυρούπολη αντιμετωπίζει έντονη ανάγκη για νέες κατοικίες. Αυτή η κατανόηση (που προέκυψε από την καθημερινή επαφή με τον τόπο και την κοινωνική δυναμική του) αποτέλεσε βασικό κίνητρο για τον ανασχεδιασμό της καπναποθήκης σε συγκρότημα κατοικιών.
Για την υλοποίηση του έργου προβλέπεται η απαλλοτρίωση του διπλανού οικοπέδου, το οποίο θα συμβάλει στη βελτιστοποίηση της λειτουργίας του κτηρίου, προσφέροντας χώρους πρασίνου και βοηθητικές υποδομές.
Ένα χαρακτηριστικό του κτηρίου είναι ο συμπαγής, μονολιθικός όγκος, που διακρίνεται από απλότητα. Για την ακρίβεια, εξυπηρετεί αποκλειστικά τη λειτουργία του κτηρίου ως καπναποθήκης χωρίς να δημιουργεί κάποιο ενδιαφέρον. Ένα επιπλέον κυρίαρχο χαρακτηριστικό είναι ο κάνναβος, ο οποίος επαναλαμβάνεται σε κάθε όροφο, με τη ρυθμική επανάληψη των ανοιγμάτων (το ένα τοποθετείται κάτω από το άλλο).
Οι σύγχρονες απαιτήσεις της νέας χρήσης δημιουργούν νέες προδιαγραφές αερισμού και φωτισμού. Γι’ αυτόν τον λόγο γίνεται μια σημαντική χειρονομία: η καθαίρεση όγκου, με την οποία ικανοποιούνται, πλέον, οι νέες προδιαγραφές. Παράλληλα, η διάνοιξη κεντρικού αιθρίου είναι απαραίτητη για τη δημιουργία νέων, κατακόρυφων επικοινωνιών.
Με σημαντικό παράγοντα τη διατήρηση του κάνναβου και την ανάγκη για δημιουργία ενδιαφέρουσας ογκοπλασίας, δημιουργούνται εσοχές και προεξοχές, οι οποίες αποκαλύπτουν τον κάνναβο και διασπούν την απλότητα της όψης.
- Καθαίρεση του κεντρικού τμήματος. Η απόφαση αυτή βασίστηκε στην ανάγκη ενίσχυσης του φυσικού φωτισμού και του αερισμού του κτηρίου. Η αφαίρεση του κεντρικού τμήματος δημιουργεί έναν εσωτερικό «πνεύμονα», ο οποίος βελτιώνει τις συνθήκες διαβίωσης των κατοίκων.
- Δημιουργία κατακόρυφων επικοινωνιών. Τα παλαιά κλιμακοστάσια δεν πληρούσαν, πλέον, τις απαιτήσεις προσβασιμότητας. Η αφαίρεσή τους επιτρέπει τη δημιουργία νέων, κατακόρυφων συνδέσεων, που εξυπηρετούν τις ανάγκες των μελλοντικών κατοίκων. Για τη βελτίωση της κίνησης στο εσωτερικό του κτηρίου καθαιρούνται φατνώματα στο κεντρικό τμήμα και τοποθετούνται αυτοφερόμενες κατακόρυφες επικοινωνίες.
- Αποσύνθεση του συμπαγούς όγκου. Η δημιουργία εσωτερικών μπαλκονιών και η προσθήκη προεξοχών αποσκοπούν στην «αποσύνθεση» του συμπαγούς όγκου και της μονολιθικής εικόνας του κτηρίου, προσδίδοντας δυναμισμό στις όψεις. Η διαφορετική επεξεργασία κάθε ορόφου, με εναλλαγές μπαλκονιών και προεξοχών, δημιουργεί την αίσθηση ότι κάθε διαμέρισμα έχει μοναδική τυπολογία, ενισχύοντας ταυτόχρονα την ιδιωτικότητα και την ποικιλομορφία. Αυτή η λογική εφαρμόζεται σε όλες τις εξωτερικές όψεις εκτός από τις εσωτερικές (στις οποίες έγινε η τομή), όπου ο σκελετός παραμένει εκτεθειμένος και τα μεγάλα ανοίγματα με συρόμενες περσίδες δίνουν έμφαση στη βιομηχανική κληρονομιά.
- Συνδέσεις. Βόρεια όψη: ο κεντρικός διάδρομος οδηγεί σε μπαλκόνια με θέα προς το γειτονικό ρέμα Ξηροποτάμου, συνδέοντας έτσι το περιβάλλον στο αρχιτεκτονικό λεξιλόγιο. Συνδετικές γέφυρες:δύο γέφυρες στον τρίτο όροφο και στο δώμα ενώνουν τους όγκους, βελτιώνοντας την κινητικότητα και δημιουργώντας οπτικές συνδέσεις.
Διάταξη διαμερισμάτων ανά όροφο
Με βάση τον κάνναβο, δημιουργείται η διάταξη των διαμερισμάτων. Στο υπόγειο, το ισόγειο και το δώμα υπάρχουν οι κοινόχρηστοι χώροι του συγκροτήματος. Τα μικρότερα διαμερίσματα τοποθετούνται στις απέναντι πλευρές των κτηρίων, ενώ τα μεγαλύτερα διαμερίσματα καταλαμβάνουν τις εξωτερικές όψεις του κτηρίου. Λόγω της αρχής της διατήρησης του κάνναβου, με τις αφαιρέσεις και τις προσθήκες (δηλαδή, με τις εσοχές και προεξοχές και τη θέση των διαμερισμάτων στο κτήριο), προκύπτουν οι παραλλαγές και οι τυπολογίες των διαμερισμάτων.
Η πρόσβαση των αυτοκινήτων γίνεται από την οδό Λαγκαδά, μέσω ράμπας στον υπόγειο και ισόγειο χώρο στάθμευσης. Η πρόσβαση των πεζών γίνεται μέσω των οδών Λαγκαδά και Κύπρου. Δημιουργούνται κοινόχρηστοι χώροι στο οικόπεδο, με οπτική φυγή και άμεση σχέση με το ρέμα Ξηροποτάμου. Η είσοδος γίνεται μεταξύ των δύο πτερύγων.
Στο ισόγειο, στις λειτουργίες των κοινόχρηστων χώρων περιλαμβάνονται ένας χώρος για τα παιδιά του συγκροτήματος, γυμναστήριο για τους ενοίκους και χώροι μελέτης και χαλάρωσης, οι οποίοι εκτείνονται και προς τον ισόγειο, στεγασμένο περιβάλλοντα χώρο. Είναι σε σημαντική υποχώρηση σε σχέση με τα ίχνη του κτηρίου και είναι φτιαγμένοι από δομικό γυαλί.
Για να δημιουργηθούν οι κατακόρυφες επικοινωνίες, τα κλιμακοστάσια, τα ασανσέρ και οι οπές, ανασχεδιάζεται πλήρως το κομμάτι της κάτοψης που καθαιρέθηκε με μια νέα, μεταλλική κατασκευή, όπως και οι εξώστες που οδηγούν προς το ρέμα και οι προεξοχές-προσθήκες.
Στο δώμα όλοι οι χώροι είναι κοινόχρηστοι: περιλαμβάνουν μία αίθουσα προβολής ταινιών και χώρους χαλάρωσης που επεκτείνονται και στον εξωτερικό, στεγασμένο με πέργκολες χώρο. Στο εξωτερικό προβλέπονται φυτεύσεις και μικροί λαχανόκηποι.
Η σύνδεση των δύο πτερύγων γίνεται μέσω της μεταλλικής, συνδετικής γέφυρας με υαλοπίνακες, αποτελώντας κομμάτι ενός άξονα που διαπερνά το κτήριο μαζί με τα θερμοκήπια. Στην άλλη πτέρυγα, οι χρήσεις του εξωτερικού χώρου είναι όμοιες και ο εσωτερικός χώρος είναι κοινόχρηστος. Το δώμα είναι επίσης φτιαγμένο από δομικό γυαλί.
Στις απέναντι όψεις, ο χειρισμός είναι εντελώς διαφορετικός. Εδώ βρίσκεται το δικέλυφο σημείο του κτηρίου — εσωτερικά υπάρχει το γυάλινο στοιχείο και εξωτερικά οι περσίδες, οι οποίες αφορούν όχι στον σκιασμό, αλλά στην ιδιωτικότητα των κατοίκων. Παράλληλα, φαίνονται και οι τομές στις μεταλλικές γέφυρες στον τρίτο όροφο και το δώμα.
Ως εκ τούτου, η ογκοπλασία διαμορφώνεται από τη διατήρηση του κάνναβου και από την αποκάλυψή του μέσω του χειρισμού με τις εσοχές και τις προεξοχές.
Η συνολική φιλοσοφία
Το σχέδιο επιδιώκει να ισορροπήσει ανάμεσα:
Στη διατήρηση της βιομηχανικής ταυτότητας μέσω του εκτεθειμένου σκελετού και των βιομηχανικών στοιχείων, τα οποία εμφανίζονται και κρύβονται στις όψεις.
Στην εισαγωγή σύγχρονων στοιχείων (Uglass, προεξοχές, μεγάλα ανοίγματα) που βελτιώνουν τη λειτουργικότητα.
Στη δημιουργία κοινότητας μέσω των κοινόχρηστων χώρων και των οπτικών συνδέσεων.
Στη σύνδεση του οικοπέδου με το ρέμα Ξηροποτάμου.













