
Κάθε μήνα, το Citymag, με την πολύτιμη υποστήριξη της Alumil, διερευνά το αστικό τοπίο της Θεσσαλονίκης: πραγματικά προβλήματα αναζητούν πραγματικές λύσεις, αποτελώντας παράλληλα πεδίο δόξης λαμπρό για καλές ιδέες που μπορούν να αλλάξουν την καθημερινότητα στην πόλη.

Την ανάδειξη και τη σημασία της αποκατάστασης των λατομικών χώρων, οι οποίοι έχουν διαταραχθεί σημαντικά όσον αφορά στο τοπίο και τη λειτουργία του οικοσυστήματος μιας περιοχής, πραγματεύεται –με σχεδιαστικές μεθόδους– η διπλωματική εργασία σχεδιασμού «Στα ίχνη του υπολειμματικού λατομικού τοπίου. Μια αφηγηματική πορεία ανάδειξης: η περίπτωση του Ασβεστοχωρίου Θεσσαλονίκης» του Γεώργιου Δημάκα και της Βιργινίας Παπαδοπούλου [Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών ΑΠΘ (Σεπτέμβριος 2022)], με επιβλέπουσα τη Μαρία Δούση.
Συγκεκριμένα, εξετάζει το ανενεργό λατομείο ασβέστη που βρίσκεται στην περιοχή του Ασβεστοχωρίου Θεσσαλονίκης, το οποίο έχει μεγάλη ιστορική και πολιτισμική αξία για την ευρύτερη περιοχή. Η περιοχή μελέτης επιλέχθηκε λόγω της βιωματικής εμπειρίας από τους τόπους καταγωγής του Γεώργιου Δημάκα και της Βιργινίας Παπαδοπούλου, αλλά και της χωροθέτησής της, καθώς ενώνει δύο οικισμούς της Θεσσαλονίκης (τα Πεύκα με το Ασβεστοχώρι). Επιπλέον, λόγω του μεγέθους του λαξευμένου τόπου, καθώς και του μεγάλου κτηριακού αποθέματος των βιομηχανικών εγκαταστάσεων σε αυτόν.

Η ιστορική διαδρομή
Η αρχική ονομασία του Ασβεστοχωρίου ήταν Νεοχώρι, αργότερα μετονομάστηκε σε Κιρέτσκιοϊ, ενώ το χωριό ιδρύθηκε το 1580-1600, με σουλτανικό φιρμάνι. Σε μια δασώδη περιοχή μεταξύ Θεσσαλονίκης και Χορτιάτη βρίσκονταν οι βυζαντινοί νερόμυλοι και τα υδραγωγεία – εκεί ακριβώς εγκαταστάθηκαν οι πρώτοι κάτοικοι, ως φύλακες των υποδομών. Η περιοχή ήταν πλούσια σε ασβεστολιθικά πετρώματα και πουρνάρια, που χρησιμοποιούνταν ως καύσιμη ύλη, και η εκμετάλλευσή της έγινε ο πρόδρομος της βιομηχανικής παραγωγής που κυριάρχησε τα επόμενα χρόνια. Η αναγνώριση της ευρύτερης περιοχής του λατομείου καθόρισε τις ανάγκες του τόπου και τη σχεδιαστική πρόθεση του Γεώργιου και της Βιργινίας. Στο πλαίσιο αυτό, αποτυπώθηκε και αναλύθηκε όλο το κτηριακό βιομηχανικό απόθεμα, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να κατανοήσουν τη δομή, την αρχιτεκτονική και τον τρόπο λειτουργίας, αλλά και την ανάδειξή τους στο έντονο ανάγλυφο της περιοχής.

Οι επιλογές σχεδιασμού
Σχεδιαστικό εργαλείο αποτέλεσε ο οργανωτικός κάναβος, ώστε, νοηματικά, να προσδίδει (με τα πλήρη και τα κενά) μεταγενέστερες προσθήκες και αρχιτεκτονικές επιλύσεις. Η οργάνωση επικεντρώθηκε στον άξονα Νότου-Βορρά, τονίζοντας τη σύνδεση της δασικής έκτασης του Κεδρηνού λόφου προς την περιοχή λατόμευσης, καθώς, με στόχο την εκμετάλλευση της ασβέστου, ο ανθρωπογενής παράγοντας προκάλεσε έντονη αντίθεση στο ανάγλυφο.
Πιο συγκεκριμένα, ένας κατακόρυφος άξονας με διαστάσεις 10×10 μέτρα περικλείει το κτηριακό απόθεμα του λατομείου, δημιουργώντας διαφορετικές χωρικές ενότητες, οι οποίες θα αποτελέσουν μια συνεχή πορεία σύνδεσης και μνήμης, αναδεικνύοντας την ιστορία και την εξέλιξη του τόπου. Κύριο στοιχείο του σχεδιασμού αποτελεί η οριζόντια λατομική διαδρομή, που χωροθετείται στο κέντρο του οργανωτικού κανάβου και στοχεύει στη σύνδεση των δύο περιοχών, εκατέρωθεν της περιοχής του λατομείου. Αυτός ο άξονας συγκαταλέγει όλο το κτηριακό απόθεμα των βιομηχανικών εγκαταστάσεων των συνεταιρισμών και αποτελεί κομβικό σημείο τόσο της διαδρομής προς το νταμάρι όσο και της κάτω σύνδεσης με την περιοχή των ασβεστοκαμίνων Hoffman, η οποία μετατρέπεται σε χώρο πολιτισμού. Ο κύριος κατακόρυφος άξονας αποτελεί μια βιωματική πορεία μέσα στο εγκαταλελειμμένο λατομικό τοπίο, καθώς και μια πορεία-πλοηγό για τον προσανατολισμό του περιπατητή στον χώρο του λατομείου. Στη συνέχεια, σχεδιάστηκε (σε 450 του κεντρικού άξονα) ένας δευτερεύων κάναβος, προσδίδοντας νοηματικό χαρακτήρα με τον τονισμό της σύνδεσης των παλιών, πέτρινων ασβεστοκαμίνων με το νταμάρι. Ο σχεδιασμός εκτείνεται και οργανώνεται σε τέσσερα επεισόδια, συγκαταλέγοντας το κτηριακό απόθεμα και δημιουργώντας μια ιστορία, μια βιωματική πορεία μέσα στο εγκαταλελειμμένο τοπίο.
Στο πρώτο επεισόδιο εντάσσεται η κατασκευή καμίνων τύπου Hoffman, με την πρώτη να κατασκευάζεται την περίοδο 1924-1925 και σε μικρό χρονικό διάστημα να ακολουθεί η δίδυμή της στον χώρο. Αποτελούν μαρτυρίες της πρώιμης βιομηχανικής τεχνολογίας, από τα ελάχιστα διασωθέντα δείγματα σε όλο τον ευρωπαϊκό χώρο (σε Αγγλία και Γερμανία έχουν όλα κατεδαφιστεί), κατασκευασμένα για αποκλειστική παραγωγή ασβέστου. Ξεκινώντας τη βιωματική πορεία, ο σχεδιασμός εκτείνεται σε τρία επίπεδα πλατωμάτων, διασφαλίζοντας ομαλή μετάβαση στο έντονο ανάγλυφο, ώστε να αναδειχτούν οι χώροι των καμινιών που τα περιβάλλουν (εικόνα 1). Η πρόταση στοχεύει στον ανασχεδιασμό της στέγης των καμινιών Hoffman, με εκτόνωση προς τον περιβάλλοντα χώρο μέσα από ανατάσεις όγκων. Η νέα χρήση που προτείνεται είναι αυτή του μουσειακού χώρου για την ανάδειξη της ιστορίας και του τρόπου λειτουργίας αυτού του κτηρίου-μηχανής και εκείνη μιας βιβλιοθήκης, αντίστοιχα.
Αμέσως μετά, στις φρεατοειδείς καμίνους, ο εσωτερικός χώρος αφήνεται ελεύθερος, με ελάχιστες επεμβάσεις στο εξωτερικό τους κέλυφος. Κύρια σχεδιαστική χειρονομία αποτελεί μια πολυμορφική κατασκευή αμφιθεάτρου με εκτόνωση προς την πλατεία, κατακόρυφες συνδέσεις και μια περιμετρική ράμπα, εξασφαλίζοντας τη ροή της κίνησης. Τέλος, στο όριο του επεισοδίου προτείνονται χώροι εργαστηρίων σε όγκους πάνω στα ίχνη της ράγας του παλιού γερανού, αποδίδοντας νοηματικά κίνηση και εξασφαλίζοντας αερισμό και φωτισμό στα υπόσκαφα δωμάτια (εικόνα 2).
Συνεχίζοντας την ανάβαση, οριοθετείται το δεύτερο επεισόδιο – ο κάναβος γίνεται λειτουργικός σε μια πλατφόρμα που ορίζει πλατώματα δύο επιπέδων. Ο σχεδιασμός μεταγράφεται σε μια μηχανή κατεργασίας της πέτρας του λατομείου, όπου αρθρώνονται σημειακά στάσεις πληροφοριών (info points) που λειτουργούν ως πλοηγός στην αχανή έκταση του λατομείου. Κεντρικό σημείο αποτελεί ο κόμβος που ενώνει τη διάταξη των επιπέδων αυτού του δημόσιου χώρου και τον συνδέει νοηματικά μέσα από πορείες τόσο των πρώτων ασβεστοκαμίνων όσο και της κατακόρυφης σύνδεσης προς το νταμάρι. Σε αυτόν τον κυκλικό χώρο δημιουργούνται χώροι στάσης, καθώς και ένα σημείο αναφοράς που αναδύεται καθ’ ύψος, παρέχοντας πληροφορίες για τις εκάστοτε εκδηλώσεις του λατομείου (εικόνα 3).
Στην απόληξη του επεισοδίου δημιουργείται ένας πράσινος δημόσιος χώρος, ένα πάρκο μνήμης με εκπαιδευτικό χαρακτήρα, ώστε να αναδειχτεί ο βιομηχανικός εξοπλισμός που βρέθηκε στον χώρο. Τα σχεδιαστικά πλήρη -κενά αποτελούν προσθήκες για την εξέλιξη της ιστορίας του τόπου, μεταγενέστερα. Η πορεία σηματοδοτείται με μια κατασκευή γαντζωμένη στον βράχο, που φιλοξενεί όλες τις κατακόρυφες συνδέσεις και οδηγεί τον περιπατητή στο επόμενο επεισόδιο: στον οριζόντιο άξονα σύνδεσης Ρετζικίου-Ασβεστοχωρίου (εικόνα 4).

Στο τρίτο επεισόδιο εντοπίζεται μεγάλη συγκέντρωση βιομηχανικών κελυφών, στο ανατολικό τμήμα του. Σε αυτήν την περιοχή οι σχεδιαστές φιλοδοξούν τα κτήρια να αποτελέσουν εκθέματα του εαυτού τους, δημιουργώντας ένα οικομουσείο. Προς την κατεύθυνση αυτή, σχεδιάζονται υπέργειες και εναέριες πορείες που δίνουν τη δυνατότητα στον επισκέπτη να πλησιάσει όσο πιο κοντά γίνεται στα κτήρια αυτά, αλλά και να περιηγηθεί στον χώρο των δύο παράλληλων καμινιών, που αξιοποιείται για προβολές ανάδειξης της ιστορίας τους. Οι διαδρομές αρθρώνονται πάνω σε μεταλλικές κατασκευές και δημιουργούν μια νέα επιδερμίδα στα ίχνη της παλιάς τοιχοποιίας, ως «μεταλλική κουρτίνα», στοχεύοντας σε μια ανοιχτή συνθήκη μέσα στον λατομικό χώρο.
Έπειτα, ως συνέχεια της εναέριας διαδρομής, δημιουργείται μια πορεία στην οποία αρθρώνονται κατασκευές που στηρίζουν μικρούς χώρους από οξειδωμένο χάλυβα. Πρόκειται για χώρους καλλιτεχνικής διάδρασης στον εξορυσσόμενο βράχο, όπου ο επισκέπτης μπορεί να αξιολογήσει νοηματικά τη νέα εναλλακτική χρήση, μέσα στο πληγωμένο τοπίο. Στο κέντρο του οριζόντιου λατομικού άξονα και στη συνέχεια της κατακόρυφης πορείας χωροθετείται ένα κέλυφος που φιλοξενεί τις κατακόρυφες συνδέσεις για την πρόσβαση του επισκέπτη προς όλες τις κατευθύνσεις. Αναδύεται μέσα από αυτό μια κόκκινη, ελαφριά κατασκευή, που αποτελεί και την αρχή της υπόσκαφης πορείας προς το πεδίο της λάξευσης (εικόνα 5). Διασχίζοντάς την, ο επισκέπτης βιώνει τη μετάβασή του μέσα από τον βράχο προς το μεγαλειώδες λατομικό τοπίο.
Επαναφέροντας το υδάτινο στοιχείο σε όλη την έκταση του χαμηλότερου πλατώματος μέχρι το πρώτο νταμάρι, οι σχεδιαστές δημιουργούν μια συνθήκη αλληλεπίδρασης, με μικρές πλατφόρμες για στάση και δραστηριότητες. Ως συνδετικός «σχεδιαστικός μοχλός» δημιουργήθηκε ένας χώρος για αμφιθέατρο, λαξευμένος στο τοπίο, που ενδείκνυται λόγω της εξαιρετικής ακουστικής. Στον νοηματικό-βοηθητικό άξονα δημιουργείται ένας χωροκάναβος, ο οποίος ακολουθεί τα ίχνη ενός λόφου μεταξύ των δύο πλατωμάτων, μέσα στο νταμάρι, θέτοντας σαφή όρια στον σχεδιασμό, καθώς αποτελούσε έναν φυσικό διαχωρισμό μεταξύ δύο συνεταιρισμών που δραστηριοποιούνταν κατά το παρελθόν.
Τέλος, στο τέταρτο επεισόδιο ο χωροκάναβος καταλήγει σε μια κατακόρυφη κατασκευή, δίνοντας στον επισκέπτη τη δυνατότητα να βρίσκεται στο επίπεδο των έξι πλατωμάτων του λαξευμένου βράχου, με την ελάχιστη παρέμβαση κιγκλιδωμάτων ασφαλείας. Στο υψηλότερο επίπεδο αυτής της κατασκευής ο επισκέπτης θα έχει απρόσκοπτη θέα σε όλο τον σχεδιασμό, αλλά και τη δυνατότητα να αφήσει το βλέμμα του να ατενίσει ώς τον Θερμαϊκό κόλπο (εικόνα 6).
Με την εργασία αυτή, ο Γεώργιος Δημάκας και η Βιργινία Παπαδοπούλου προτείνουν μια σχεδιαστική στρατηγική, μέσω της οποίας το ιδιαίτερο λατομικό τοπίο του Ασβεστοχωρίου Θεσσαλονίκης (με την περιβαλλοντική και πολιτισμική αξία του, λόγω μεγέθους, αλλά και μεγάλου κτηριακού αποθέματος βιομηχανικών εγκαταστάσεων) μπορεί να αποτελέσει έναν εναλλακτικό τόπο πολιτιστικών και εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων, αναψυχής και άθλησης, τόσο για τους κατοίκους της Θεσσαλονίκης όσο και ευρύτερα, με τις κατάλληλες στρατηγικές αποκατάστασης και ανάδειξής του.













