
Κάθε μήνα, το Citymag, με την πολύτιμη υποστήριξη της Alumil, διερευνά το αστικό τοπίο της Θεσσαλονίκης: πραγματικά προβλήματα αναζητούν πραγματικές λύσεις, αποτελώντας παράλληλα πεδίο δόξης λαμπρό για καλές ιδέες που μπορούν να αλλάξουν την καθημερινότητα στην πόλη.
Μια νέα πρόταση για την περιοχή των Ξυλάδικων, στη Θεσσαλονίκη, θέτει στον δημόσιο διάλογο η διπλωματική εργασία «+οίκησις: Παρασιτικές αρχιτεκτονικές επεμβάσεις για την ανανέωση του ανενεργού αστικού ιστού στην περιοχή των Ξυλάδικων Θεσσαλονίκης» από τις φοιτήτριες (Ιούλιος 2024) στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών ΑΠΘ Δήμητρα-Μαρίνα Νικάνδρου και Ζηνοβία Χαλκιά, με επιβλέποντα τον επίκουρο καθηγητή Σοφοκλή Κωτσόπουλο.
Η διπλωματική εργασία αποτελεί τη συνθετική συνέχεια της ερευνητικής εργασίας με τίτλο «+βίωσις», καθώς απαντά στα ερωτήματα που θέτουν οι παρασιτικές αρχιτεκτονικές διερευνήσεις. Ο όρος «Παρασιτική Αρχιτεκτονική» βασίζεται στις αρχές της συμβίωσης, ενός ευρύτερου όρου της επιστήμης της Βιολογίας, όπου το παράσιτο εγκαθίσταται εντός ή εκτός ενός οργανισμού-ξενιστή. Αναλογικά, τα «παράσιτα» στην Αρχιτεκτονική προσαρτώνται σε μεγαλύτερα, υφιστάμενα κτήρια, διακρίνονται από αυτά λόγω των ιδιαίτερων μορφολογικών και λειτουργικών χαρακτηριστικών τους, ενώ η ύπαρξή τους εξαρτάται από το κτήριο-ξενιστή. Η εγκατάσταση του «παρασίτου» δημιουργεί μια νέα δυναμική για τον ξενιστή, καθώς τον μετατρέπει σε ένα νέο κτήριο. Μάλιστα, σε περιπτώσεις προηγούμενης εγκατάλειψης του υφιστάμενου κτηρίου, το «παράσιτο» φαίνεται να αντιστρέφει τους ρόλους εξάρτησης, αναζωογονώντας τον ξενιστή.
Με βάση αυτήν την ιδέα, η εργασία επιδιώκει να χρησιμοποιήσει τα αρχιτεκτονικά «παράσιτα» ως εργαλείο για την αντιμετώπιση σύγχρονων ζητημάτων, όπως η στεγαστική κρίση, η κλιματική αλλαγή, η ύπαρξη πλήθους ανενεργών κτηρίων στα αστικά κέντρα, η αποξένωση και η ανεξέλεγκτη εξάπλωση του δομημένου αστικού χώρου.
Η περίπτωση των Ξυλάδικων
Με στόχο να εφαρμοστούν οι αρχές της Παρασιτικής Αρχιτεκτονικής, κρίθηκε αναγκαία η εύρεση μιας περιοχής που να καλύπτει ορισμένα κριτήρια, ώστε να λειτουργήσει ως case study. Η περιοχή Νέα Ξυλάδικα βρίσκεται στα δυτικά της Θεσσαλονίκης και συνδέεται άμεσα με το ιστορικό κέντρο της πόλης. Επίσης, γειτνιάζει με την οδό Γιαννιτσών και βρίσκεται σε κοντινή απόσταση από τους Λαχανόκηπους Θεσσαλονίκης. Σε αυτήν εντοπίζεται μεγάλο ποσοστό εγκαταλελειμμένων βιομηχανικών κτηρίων, αδόμητων οικοπέδων, αλλά και νεότερων, πολυώροφων πολυκατοικιών και κτηρίων υπηρεσιών, γεγονός το οποίο εντείνει την αίσθηση της ασυνέχειας και της απουσίας αρχιτεκτονικής ταυτότητας. Η έλλειψη αρχιτεκτονικής συνοχής, σε συνδυασμό με τον υποβαθμισμένο αστικό εξοπλισμό, τη συσσώρευση απορριμμάτων και την αύξηση των ποσοστών εγκληματικότητας, συμβάλλουν στη σταδιακή παρακμή και ερήμωση της περιοχής. Για τον λόγο αυτό, τα Νέα Ξυλάδικα επιλέγονται ως περιοχή μελέτης, για να διαπιστωθεί αν τα αρχιτεκτονικά «παράσιτα» μπορούν να ανανεώσουν τον αστικό ιστό, καταπολεμώντας κάθε μορφή εγκατάλειψης.




Η πρόταση
Έτσι, χρησιμοποιώντας την Παρασιτική Αρχιτεκτονική ως εργαλείο και ακολουθώντας μια περιβαλλοντικά βιώσιμη στρατηγική, επιδιώκεται η αστική πύκνωση του υφιστάμενου δομημένου χώρου, μέσω της δημιουργίας μιας συνεκτικής κοινότητας που εξυπηρετεί τις ανάγκες των κατοίκων και των χρηστών της. Με άλλα λόγια, προτείνεται η διάχυση κοινωφελών χρήσεων στον αστικό ιστό, αντί για τη συγκέντρωσή τους σε έναν κτηριακό όγκο ή συγκρότημα, με στόχο τον σχεδιασμό μιας αυτόνομης γειτονιάς.
Αυτή η πρότυπη γειτονιά προτείνει τον ανασχεδιασμό των οικοδομικών τετραγώνων γύρω από την οδό Χρήστου Πίψου, με στόχο τη δημιουργία ενός superblock. Παράλληλα, οι οδοί της περιοχής πεζοδρομούνται και εμπλουτίζονται με αστικό εξοπλισμό και δενδροστοιχίες. Την ίδια στιγμή, απομακρύνονται αυθαίρετες κατασκευές και απορρίμματα από τα αδόμητα οικόπεδα, τα οποία ανασχεδιάζονται ως δημόσιοι χώροι και χώροι στάθμευσης. Τέλος, η πρόταση ολοκληρώνεται με την επαναχρησιμοποίηση ανενεργών βιομηχανικών κτηρίων, τα οποία θα λειτουργήσουν ως ξενιστές για τα αστικά «παράσιτα».
Ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός έχει αφετηρία τη δομή του ξύλου, η οποία είναι στενά συνδεδεμένη με την ιστορική ταυτότητα της περιοχής, καθώς διάφορα εργοστάσια ξυλείας και ξυλουργικής δραστηριοποιήθηκαν εκεί την περίοδο μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Πιο συγκεκριμένα, η προσέγγιση βασίζεται στην κυτταρική δομή του ξύλου, όπως αυτή απεικονίζεται στο μικροσκόπιο. Η εγκάρσια τομή του μεταφράζεται ως σύστημα κανάβου, το οποίο διακόπτεται από οργανικούς σχηματισμούς. Στη Βιολογία, το ορθοκανονικό σύστημα συνιστούν τα κύτταρα του ξύλου, ενώ οι ακανόνιστοι σχηματισμοί είναι αγωγοί ρητίνης, που διατρέχουν το ξύλο. Στο έργο, ένας κάναβος διατρέχει την περιοχή μελέτης και τα κτήρια επέμβασης, αποτελώντας έναν από τους κύριους άξονες σχεδιασμού. Στο επίπεδο της αστικής κλίμακας, μάλιστα, εμφανίζονται και οργανικές χαράξεις που διακόπτουν και «αραιώνουν» την αυστηρότητα του υπόλοιπου συστήματος, όπως συμβαίνει με τους ρητινοφόρους αγωγούς.
Σε αστική κλίμακα, στο βορειοανατολικό τμήμα της περιοχής σχεδιάζονται υπαίθριοι χώροι, οι οποίοι αποτελούνται από ένα πάρκο δραστηριοτήτων με παιδική χαρά, υπαίθρια καθιστικά, αναψυκτήριο, υπαίθριο θέατρο για προβολές και εκδηλώσεις, πάρκο σκύλων, γυμναστήριο, skatepark και γήπεδο καλαθοσφαίρισης. Οι χώροι αυτοί τονίζουν τον αστικό χαρακτήρα της περιοχής και παραμένουν σε άμεση σχέση με τα πολυώροφα κτήρια, προσφέροντας στην κοινότητα δημόσιους χώρους εκτόνωσης και ψυχαγωγίας. Ταυτόχρονα, στη νότια περιοχή του superblock σχεδιάζεται πάρκο με χώρους πρασίνου και αστικές καλλιέργειες, με σκοπό τη «συνομιλία» με την περιοχή των Λαχανόκηπων. Έτσι, προτείνονται περισσότεροι χώροι για ξεκούραση, χαλάρωση και απομόνωση από το αστικό τοπίο. Ταυτόχρονα, για την προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης, σχεδιάζεται υπαίθρια αγορά δίπλα στους λαχανόκηπους, για τη διάθεση τοπικών προϊόντων στο πλαίσιο της γειτονιάς.
Όσον αφορά στην επανάχρηση των υφιστάμενων εγκαταλελειμμένων κτηρίων, εκτός από τα κτήρια κατοικιών, σχεδιάζονται επίσης εγκαταστάσεις που εξυπηρετούν την κοινότητα. Όπως στη Βιολογία, όπου ο ρόλος και ο τύπος του παρασίτου καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τον ίδιο τον ξενιστή, έτσι και οι κτηριακοί όγκοι που αναλαμβάνουν ρόλο «ξενιστή» ανάλογα με τα χαρακτηριστικά τους καθορίζουν τις χρήσεις και τον τύπο των «παρασίτων» που εγκαθίστανται σ’ αυτούς.
Συγκεκριμένα, κτήρια μεγαλύτερα των 500 τ.μ., όπως η καπναποθήκη στον αριθμό 10-12 και η εγκαταλελειμμένη βιοτεχνία στον αριθμό 17, επιλέγονται ως χώροι κοινωνικών κατοικιών. Ταυτόχρονα, κτήρια μικρότερα των 500 τ.μ., όπως το εργοστάσιο της Πίψου 1, η αποθήκη της Πίψου 13 και τα ισόγεια καταστήματα-αποθήκες στην Πίψου 16, προορίζονται για τη στέγαση κοινοτικών και δημόσιων χρήσεων, όπως νηπιαγωγείο, κέντρο ημερήσιας φροντίδας ηλικιωμένων, κοινωνικό φαρμακείο, μικρό κέντρο υγείας με ιατρεία και χώρους περίθαλψης, δανειστική βιβλιοθήκη, κοινωφελές βεστιάριοκαι υπαίθρια αγορά με προϊόντα δεύτερης ευκαιρίας, αντίστοιχα. Ανάλογα με την αξιολόγηση κάθε κτηρίου όσον αφορά στην αρχιτεκτονική του, καθορίζεται και ο βαθμός επέμβασης σε αυτό. Με άλλα λόγια, σε αρχιτεκτονικώς μη αξιόλογα κτήρια διατηρείται μόνον ο φέρων οργανισμός, ενώ στα αξιόλογα κτήρια διατηρείται μεγάλο μέρος του κελύφους τους και, την ίδια στιγμή, αφαιρούνται μεταγενέστερες προσθήκες και αλλοιώσεις.
Αναφορικά με την «παρασιτική» μονάδα και προκειμένου να δημιουργηθεί μια συνεκτική κοινότητα, κρίνεται απαραίτητη η χρήση ενός κοινού αρχιτεκτονικού λεξιλογίου, που λειτουργεί ως ενοποιητικό στοιχείο για την ταυτότητα της γειτονιάς. Για τον λόγο αυτόν, κάθε «παρασιτική» μονάδα (με σεβασμό στην περιβαλλοντική και οικονομική βιωσιμότητα) χρησιμοποιεί την ίδια βάση δομικού σκελετού, η οποία προσαρμόζεται ανάλογα με τη χρήση. Με την υιοθέτηση βασικών κατασκευαστικών τεχνικών και επαναλαμβανόμενων στοιχείων επιτυγχάνεται η βελτιστοποίηση της ποσότητας των υλικών, συνεισφέροντας στο χαμηλό κόστος, ενώ ταυτόχρονα διασφαλίζεται η ποιότητα δομικής αντοχής τους. Αυτή η τυποποίηση των μονάδων τις καθιστά ευέλικτες για επιτόπου προσαρμογή σε κάθε ιδιαιτερότητα του κτηρίου-ξενιστή, αλλά και σε κάθε απαίτηση του χρήστη. Τέλος, προτείνεται η αξιοποίηση νέων τεχνολογιών και η χρήση υλικών με υψηλές προδιαγραφές, όπως το διάφανο ξύλο (wood glass), που παρουσιάζει μεγαλύτερη δομική αντοχή και θερμομονωτική ικανότητα.
Στο διά ταύτα, εύκολα συμπεραίνεται ότι τα αρχιτεκτονικά «παράσιτα» λαμβάνουν ρόλο μοσχεύματοςπου αναζωογονεί τον μονότονο αστικό ιστό, αξιοποιώντας κενές επιφάνειες και δίνοντας νέες χρήσειςσε ανενεργά κτηριακά κελύφη. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται η ιστορική συνέχεια και η ταυτότητα μιας περιοχής, ενώ παρατείνεται η ζωή των κτηρίων-ξενιστών, τα οποία εκσυγχρονίζονται με την προσάρτηση «παρασιτικών» δομών που λειτουργούν ως «μπαταρία» ενέργειας γι’ αυτά.
Ταυτόχρονα, τα αρχιτεκτονικά «παράσιτα» αποτελούν σύμμαχο της αειφορίας, καθώς επιτυγχάνεται η αστική πύκνωση μέσω της δημιουργίας μιας συνεκτικής και αυτόνομης γειτονιάς, ενώ παράλληλα διασώζονται εγκαταλελειμμένα και παραμελημένα κτήρια. Επομένως, η Παρασιτική Αρχιτεκτονική μπορεί να αποτελέσει εργαλείο για τον αρχιτέκτονα που επιθυμεί να απαντήσει σε σύγχρονα ζητήματα, όπως η στεγαστική κρίση, η κλιματική αλλαγή, αλλά και γενικότερα στις παθογένειες που προκαλούνται από την ανθρώπινη δραστηριότητα.













