
Μια συζήτηση με τον δημιουργικό διευθυντή και επικεφαλής στρατηγικής της Colibri Branding & Design.

Γιατί χρειάζεται τουριστικό branding η Νάουσα; Είναι (ή θα μπορούσε να γίνει) ανεξάρτητος τουριστικός προορισμός ή, τελικά, θα παραμείνει μια ενδιαφέρουσα ημερήσια εκδρομή μία ώρα δρόμο από τη Θεσσαλονίκη;
Αυτή ακριβώς είναι η πιο σπουδαία στρατηγική πρόκληση των τόπων γύρω από έναν ισχυρό τουριστικό προορισμό, όπως η Νάουσα σε σχέση με τη Θεσσαλονίκη. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν οι υποδομές τους –διαμονή, εστίαση, δραστηριότητες– δεν είναι καλά αναπτυγμένες.
Αυτό που έχει η Νάουσα και τα χωριά της (και μάλιστα πολύ περισσότερο από άλλους δευτερεύοντες προορισμούς στην Κεντρική Μακεδονία) είναι ο πολυσύνθετος χαρακτήρας της. Βουνό για τρέκινγκ και χιόνι, επισκέψιμα οινοποιεία σε έναν από τους μεγαλύτερους ελληνικούς αμπελώνες, καλό φαγητό, σπουδαία ιστορία και λαογραφία. Και όλα αυτά συγκεντρωμένα γύρω από ένα οικιστικό κέντρο με χαρακτηριστικά χωριού και πόλης. Αν σ’ αυτόν τον ωραίο καμβά αρχίσεις να προσθέτεις μικρά «διαμάντια», όπως η σχολή του Αριστοτέλη –πιθανότατα το πρώτο πανεπιστήμιο της οικουμένης– ή τα murals και τόσα άλλα, έχεις πραγματικά ένα προορισμό που αξίζει το όνομά του.
Δεν έχει, όμως, παραλίες… «Sorry, no beaches!»: με αυτό το μήνυμα πρωτοπαρουσιάσατε τον προορισμό. Πείτε μας γιατί.
Επειδή έτσι επικοινωνούμε το χιούμορ, τη νεανικότητα, τον πολιτισμό της κοινωνίας μας και, κυρίως, επειδή έτσι στοχεύουμε σε επισκέπτες που έχουν το μυαλό και την αγοραστική δύναμη να διαλέξουν κάτι καλύτερο από μία εβδομάδα επαλείψεων με αντηλιακό σε μια ξαπλώστρα. Το tag line ενός προορισμού δεν είναι διαφημιστικό μήνυμα. Είναι ακόμη μία πληροφορία για το ύφος του, για την εμπειρία που υπόσχεται.
Έχει εντυπωσιάσει για την τόλμη και τη διαφορετικότητά του. Πώς επιλέχθηκε; Το διάλεξε ο δήμαρχος;
Για να πετύχεις σωστή και διεισδυτική εικόνα στο branding δεν έχεις άλλο δρόμο παρά να επεξεργαστείς μια μεγάλη ποικιλία προτάσεων και να στενεύεις σταδιακά τις επιλογές σου, μέχρι την τελική απόφαση. Ο «έρωτας με την πρώτη ματιά» δεν αποκλείεται, αλλά στο branding –τουλάχιστον!– είναι επικίνδυνος. Έτσι έγινε και με το έμβλημα και το tag line-μήνυμα της Νάουσας.
Ο δήμαρχος το αγάπησε από την αρχή, χρειάστηκε όμως να πειστεί για τη δυνατότητα του ίδιου του προορισμού να ανταποκριθεί στην υπόσχεση αυτού του μηνύματος —όταν μιλάς τόσο προσωπικά, οφείλεις να προσφέρεις και ανάλογου χαρακτήρα υπηρεσίες, δεν είσαι ακόμη ένας βαρετός προορισμός. Αν η Νάουσα δεν τολμά να διακριθεί σε κάθε τι που κάνει, θα διαψεύσει το μήνυμά της, θα σπαταλήσει τον τουριστικό της πλούτο και θα μείνει να ιστορεί τις ευκαιρίες που έχασε, όπως συνέβη με τη βιομηχανική της υπεροχή, σχεδόν έναν αιώνα πριν.
Μιλάτε σαν να ζείτε τη Νάουσα… Μιλήστε μας για τη σχέση σας με τον τόπο και τους ανθρώπους του.
Πρωτοπήγα στη Νάουσα πριν από 18 χρόνια. Τη γνώρισα υπό ιδανικές συνθήκες – είχαμε προσκληθεί από μια ομάδα εικοσάρηδων που είχαν ξεκινήσει ένα απίθανο διεθνές φεστιβάλ κινηματογραφικών ταινιών μικρού μήκους. Ο σημερινός δήμαρχος ήταν η ψυχή εκείνης της παρέας και επικεφαλής της υποδειγματικής διοργάνωσης (σκεφτείτε ότι είχε διαχειριστική επάρκεια που δεν είχαν ούτε τα Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ή Δράμας), που πετύχαινε ολοένα και περισσότερες συμμετοχές δημιουργών, συγκέντρωνε στρατιές νέων εθελοντών και εντυπωσίαζε τους σινεφίλ από όλη την Ελλάδα.
Νομίζω ότι ήταν το 2011 όταν, σε μία από τις παράλληλες εκδηλώσεις του NIFF (Naoussa International Film Festival), εισηγήθηκα την αξία του destination branding για τη Νάουσα, με την εμπειρία της μελέτης των τουριστικών δυνατοτήτων της Κ. Μακεδονίας και της Θεσσαλονίκης.
Εσείς είχατε κάνει και την «καρδιά» της Θεσσαλονίκης, το «many stories, one heart» – καλά θυμάμαι;
Με την ίδια ακριβώς μεθοδολογία που χρησιμοποιήσαμε με επιτυχία στη Θεσσαλονίκη του αείμνηστου Μπουτάρη και του Απόστολου Τζιτζικώστα τότε, εργαστήκαμε και για τη Νάουσα. Στις συνεντεύξεις, θυμάμαι, με προσωπικότητες της περιοχής είχαμε και τον απερχόμενο δήμαρχο, που ευχαρίστως συμμετείχε, δίνοντας το παράδειγμα μιας ενωτικής, υπερ-παραταξιακής προσέγγισης που έχει ανάγκη ο τουρισμός. Οι ενεργοί πολίτες της Νάουσας και των χωριών της, όπως ο τότε πρόεδρος της Ένωσης Ξενοδόχων, είδαν την αξία μιας στρατηγικά σχεδιασμένης ταυτότητας και ο δήμος το έβαλε στο πρόγραμμα.
Μου δίνετε ωραία «γέφυρα» για την τουριστική στρατηγική της Νάουσας. Πού στοχεύει; Σε ποιο κοινό;
Με δυο λόγια: Baby Boomers και Gen X. Ή, αλλιώς, στους 45+, επειδή αυτό είναι το κοινό που ταξιδεύει στις shoulder seasons, που αναζητά άνεση, ασφάλεια και πολιτιστική αξία, που δαπανά περισσότερο στις διακοπές, που εκτιμά την αυθεντικότητα, τις γαστρονομικές εμπειρίες και την ανακάλυψη νέων τόπων, που συνταξιδεύει με παιδιά/ εφήβους/ νέους και ενδιαφέρεται λιγότερο για τα trends και περισσότερο για την επαφή με τη φύση, την ποιότητα και τις προσωπικές σχέσεις.
Σε αυτές τις ηλικίες, σε Έλληνες και διεθνείς ταξιδιώτες, τι έχει να προσφέρει η Νάουσα; Σχεδόν το πλήρες πακέτο του soft adventure. Τι δεν έχει; Αναπτυγμένη αντίστοιχη διαμονή, τουλάχιστον ένα spa resort ή κάποια άλλη eco-luxury υποδομή
και αναγνωρισιμότητα. Βουνό, κρασί και ιστορία δεν τα παραγγέλνεις, αν δεν τα έχεις ήδη. Τα υπόλοιπα φτιάχνονται. Και μαζί τους αναπτύσσεται και η περίφημη –και ζητούμενη σε πολλές περιοχές της Ελλάδας– κουλτούρα φιλοξενίας.
Είστε αισιόδοξος;
Όχι – από τη φύση μου! Αλλά πιστεύω στη Νάουσα και την περιοχή της. Πιστεύω στο μέλλον της. Δεν θα γίνει ποτέ Σαμονί, Νταβός ή Κορτίνα ντ’Αμπρέτσο, μπορεί όμως να ανταγωνιστεί ορεινούς προορισμούς της Ισπανίας, της Πορτογαλίας, της Σλοβενίας ή της Ρουμανίας. Αρκεί να μπει στους χάρτες των tour operators και να κρατήσει την αυθεντικότητά της.









