Αρχική CULTURE Βιβλίο Θέα στη μνήμη

Θέα στη μνήμη

Τι χρειάζεται για να αρχίσει κάποιος να κατανοεί μια πόλη σε βάθος, να δημιουργεί γύρω από αυτήν ένα αφήγημα; Ένας από τους γνωστότερους έλληνες flâneurs, ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Νίκος Βατόπουλος, μιλά στη «CT» και δίνει τη δική του «συνταγή».

- Advertisment -

Στο πρόσφατο βιβλίο σας, «Στο βάθος τού αιώνα, ένα αφήγημα για την Αθήνα», η πόλη μοιάζει να γίνεται κομμάτι και της δικής σας ιστορίας. Κάτω από ποιες συνθήκες αρχίσατε να ασχολείστε συστηματικά και σε μεγαλύτερο βάθος με την Αθήνα; Τι το πυροδότησε; Τελικά, αυτή η ενασχόληση άλλαξε κάτι στο τρόπο με τον οποίο βλέπετε τα πράγματα;

Με τα χρόνια κατάλαβα ότι το ενδιαφέρον μου για την πόλη ήταν έμφυτο. Θα έλεγα ότι από παιδί ακόμη παρατηρούσα τα κτίρια και έφτιαχνα με το μυαλό μου ιστορίες. Αποθησαύριζα ακούσματα και σάρωνα με το βλέμμα όσα έβλεπα. Καθώς μεγάλωνα στον άξονα της οδού Πατησίων, μέσα δηλαδή σε μιαν αστική μήτρα, βίωνα τις μεγάλες αλλαγές τής πόλης, στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες. Άλλαζε η πόλη, άλλαζα κι εγώ – σε παράλληλες τροχιές. Η πόλη και το παιδί-έφηβος.

Επίσης από νωρίς είχα αρχίσει να φωτογραφίζω την πόλη, αρχικά εντελώς ερασιτεχνικά και άτεχνα, σημασία όμως είχε ότι υπήρχε η επιθυμία τής καταγραφής, η ανάγκη τής τεκμηρίωσης. Αυτή η ανάγκη εκδηλώθηκε πριν ακόμη τελειώσω το σχολείο και εκεί, γύρω στο 1977-78, είχα αρχίσει να φτιάχνω άλμπουμ με αποκόμματα που είχαν σχέση με την Αθήνα, αλλά και με άλλα μέρη τής Ελλάδας. Τα άλμπουμ αυτά τα έχω ακόμη και καμιά φορά ανατρέχω σ’ αυτά.

Σαφώς καθοριστική ήταν η ένταξή μου στη δημοσιογραφική οικογένεια της «Καθημερινής», ήδη από το 1988. Στην εφημερίδα άρχισα πολύ γρήγορα να αρθρογραφώ γύρω από θέματα αρχιτεκτονικής κληρονομιάς και αστικού ιστορικού περιβάλλοντος. Σταδιακά, ταυτίστηκα με αυτήν τη θεματολογία και ειδικότερα με την αθηναιογραφία, την οποία καλλιεργώ συστηματικά. Ήμουν τυχερός, διότι στην επαγγελματική ζωή μου ασχολήθηκα με πράγματα που αγαπούσα από παιδί, όπως είναι ο πολιτισμός με την ευρύτερη έννοια. Και, βεβαίως, στάθηκα τυχερός διότι στην «Καθημερινή» βρήκα μια κληροδοτημένη παράδοση αθηναιογραφίας, αλλά και ένα περιβάλλον ελευθερίας τού λόγου και σεβασμού στην προσωπικότητα των συντακτών. Ταυτίστηκα με την «Καθημερινή», όπου συνεχίζω για 33ο έτος φέτος. Η εμπειρία αυτή με βοήθησε, παράλληλα, να βρω αυτό που πραγματικά με συγκινεί.

«ΟΙ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΟΝΤΟ (1922-23), ΟΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ (ΣΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΚΥΜΑ 1945-1980) ΚΑΙ ΟΙ ΞΕΝΟΙ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ (1990 ΕΩΣ ΣΗΜΕΡΑ) ΚΑΘΟΡΙΣΑΝ ΕΝ ΠΟΛΛΟΙΣ ΤΗΝ ΤΥΧΗ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ. ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΩΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΙΛΗΣΕΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΟΠΟΥ, ΟΜΩΣ, ΕΧΟΥΜΕ ΤΟΝ ΑΦΑΝΙΣΜΟ ΤΗΣ ΕΒΡΑΪΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΞΟΔΟ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΩΝ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ, ΣΤΑΔΙΑΚΑ, ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ 1913-1923».

Στα χρονογραφήματά σας, στα κείμενά σας, στα βιβλία σας, ακόμη και στις ξεναγήσεις σας με το «Κάθε Σάββατο στην Αθήνα» εισχωρήσατε βαθύτερα στην ιστορία τής πόλης, αλλά και στο αποτύπωμά της στο φαντασιακό, συνθέτοντας μια μυθολογία για την Αθήνα. Για να αρχίσει κάποιος να κατανοεί μια πόλη σε βάθος, να δημιουργεί γύρω από αυτήν ένα αφήγημα, χρειάζεται να υπάρχει κι ένα θεωρητικό υπόβαθρο ή αρκεί να την περπατά και να τη βλέπει;

Αφετηρία είναι η ίδια η επιθυμία. Η αγωνία να κατανοήσεις την πόλη και, μαζί, τις διαδρομές τού χρόνου, τους ανθρώπους που έζησαν, ζουν και θα ζήσουν. Αυτή η διατομή στον χρόνο θα απελευθερώσει ένα βλέμμα με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και κάθε φορά θα εντείνεται η επιθυμία να προχωρήσεις. Δεν αρκεί να περπατά κάποιος και να βλέπει, επειδή η πεζοπορία και ο τρόπος που βλέπουμε έχουν δικούς τους κώδικες. Υπάρχει περίοδος μαθητείας, εξοικείωσης, απελευθέρωσης. Το πιο σημαντικό είναι να θεωρείς τον εαυτό σου ένα εργαστήρι που διαρκώς αναπτύσσεται και επεκτείνεται και να έχεις την πεποίθηση ότι η περιδιάβασή σου στην πόλη, στους αφανείς και κρυπτικούς λειμώνες της, θα σου δώσει σταδιακά εκείνα τα εργαλεία με τα οποία θα ξεκλειδώσεις κόσμους που ούτε καν φανταζόσουν.

Στο να μπορέσεις, βεβαίως, να εξελίσσεσαι στην αστική περιπλάνηση βοηθά ο πλούτος των αναφορών σου. Η λογοτεχνία, η μουσική, ο κινηματογράφος, το θέατρο, οι συζητήσεις (επειδή μια καλή συζήτηση μπορεί να πυροδοτήσει τη δημιουργικότητα) συνθέτουν τους υποδοχείς και τους διαρκείς τροφοδότες τής φαντασίας. Η γνώση χρειάζεται έδαφος, για να οργανώσει το ριζικό της σύστημα. Πρωτίστως, βεβαίως, χρειάζεται ισχυρή δόση πνευματικής περιέργειας. Είναι το βασικό καύσιμο.

Θα μπορούσατε να μας αναφέρετε μερικά σημαντικά γεγονότα, τα οποία έδωσαν στην Αθήνα το σημερινό της πρόσωπο – είτε βάζετε σ’ αυτό θετικό είτε αρνητικό πρόσημο;

Η Αθήνα, όπως και κάθε πόλη, έχει σημαντικά ορόσημα που καθόρισαν την εξέλιξή της. Θα σταθώ σε μία παράμετρο, που θεωρώ ότι είναι από τις βασικότερες: είναι οι κύκλοι πληθυσμιακών εισροών.

Οι νέοι πληθυσμοί στην πρωτεύουσα ήταν εξαρχής καθοριστικής σημασίας για την ανάπτυξή της, ήδη από τη δεκαετία τού 1830. Στη διάρκεια του 20ού αιώνα, ωστόσο, όταν η Αθήνα γίνεται μεγαλούπολη, οι πληθυσμιακές ροές επέδρασαν στην όψη και στη λειτουργία της. Το ίδιο θα μπορούσε να πει κάποιος και για τη Θεσσαλονίκη. Στην Αθήνα, η ανταλλαγή πληθυσμών μετά τη Συνθήκη τής Λωζάνης ήταν η αφορμή για την οργάνωση των προαστίων και την πρόσμιξη του παλαιού πληθυσμού με άλλες παραδόσεις. Η Αθήνα οργάνωσε ήδη από το 1929 με ειδικό νόμο την οριζόντιο ιδιοκτησία, δηλαδή θέσπισε την πολυκατοικία ως κύτταρο αστικής νεωτερικότητας, συνεπεία τής πληθυσμιακής έκρηξης, αλλά και της ωρίμασης της αστικής διεργασίας. Μετά τον πόλεμο, η αστυφιλία τής περιόδου 1945-1980 πυροδότησε την ανοικοδόμηση που σφράγισε την όψη τής Αθήνας και μετά το 1990 η εισροή μεταναστών και προσφύγων επιτάχυνε τη διαδικασία εκροής των παλαιών κατοίκων από τις αστικές συνοικίες προς τα προάστια.

Οι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και τον Πόντο (1922-23), οι εσωτερικοί μετανάστες (στο μεγάλο κύμα 1945-1980) και οι ξένοι πρόσφυγες και μετανάστες (1990 έως σήμερα) καθόρισαν εν πολλοίς την τύχη τής Αθήνας. Αντιστοίχως μπορεί να μιλήσει κάποιος και για τη Θεσσαλονίκη, όπου, όμως, έχουμε τον αφανισμό τής εβραϊκής κοινότητας και την έξοδο των Τούρκων τής πόλης, σταδιακά, την περίοδο 1913-1923.

Θα λέγετε ότι είναι μια όμορφη ή μια άσχημη πόλη; Έχουν νόημα αυτοί οι χαρακτηρισμοί; Θα μπορούσε κάποιος να αναζητήσει την ομορφιά μέσα στην ασχήμια; Δηλαδή, σε ένα σοβαρά υποβαθμισμένο αστικό περιβάλλον, το οποίο όμως έχει μια σημασία για τη ζωή μιας πόλης και των ανθρώπων της;

Το θέμα τής αισθητικής είναι πολύ σημαντικό, αλλά όχι το πλέον σημαντικό. Όταν ήμουν νεότερος, ήμουν περισσότερο απόλυτος σ’ αυτά τα θέματα. Μεγαλώνοντας ωστόσο διαπίστωσα ότι μου ταιριάζει περισσότερο η προσέγγιση εκείνη που δέχεται την πολυμορφία. Στην πολυμορφία συγκατοικούν η ομορφιά και η ασχήμια και όλες οι ενδιάμεσες ζώνες τής τυποποίησης, της ανάγκης, της αδιαφορίας ή της μαζικότητας.

Ωστόσο, η Αθήνα είναι μια πόλη με σημαντική αισθητική κακοποίηση – και αυτή η αντικειμενική συνθήκη είναι και ένα επιπλέον κίνητρο, για να καταλάβει κάποιος την πόλη βαθύτερα και, εν τέλει, για να την αγαπήσει περισσότερο. Υπάρχουν κομμάτια τής πόλης που είναι απολύτως όμορφα από οποιαδήποτε οπτική κι αν επιλέξει κάποιος να τα δει, όπως υπάρχουν και κομμάτια ακραίας τραχύτητας. Όλα αυτά συναιρούνται σε μια πραγματικότητα που είναι σήμερα η Αθήνα.

Σήμερα όμως υπάρχουν περισσότεροι άνθρωποι που επιδιώκουν την ομορφιά και καλλιεργούν μια περισσότερο συνειδητή σχέση με την πόλη. Σε κάθε πόλη υπάρχουν όψεις που προκαλούν το βλέμμα και τη σκέψη. Αυτό είναι το ζητούμενο και, στην περίπτωση της Αθήνας, τα ερεθίσματα έρχονται από παντού και δεν μπορείς να τα αποφύγεις, ακόμη κι αν είσαι απαθής απέναντι στο αφανές αποτύπωμα της πόλης. Στα δικά μου μάτια, ακόμη και τα άσχημα κομμάτια τής Αθήνας έχουν ενδιαφέρον – θα έλεγα ότι μου προκαλούν ακόμη και συγκίνηση.

Όταν τα στοιχεία μιας προσωπικής βιογραφίας εμπλέκονται με τη ζωή μιας πόλης, η νοσταλγία μπορεί να αλλάξει τον βαθμό κατανόησης της πόλης και της συνθήκης της; Είναι, τελικά, πάντοτε κακός σύμβουλος η νοσταλγία; Και υπάρχει και κάτι που το νοσταλγείτε στ’ αλήθεια;

Η νοσταλγία μπορεί να είναι και μια ουδέτερη ζώνη, αναγκαία συνθήκη για τη συναισθηματική αναζωπύρωση. Και τη χαρακτηρίζω ουδέτερη με την έννοια της φυσικής αντίδρασης. Η νοσταλγία παρουσιάζεται συχνά με αρνητικές ή υποτιμητικές διαστάσεις, ενώ είναι μια κοινή εμπειρία, χρήσιμη και όχι απαραίτητα δεσμευτική προς το παρελθόν. Τουναντίον: μπορεί να έχει απελευθερωτική επίδραση και να προκαλέσει διάθεση ανασυσπείρωσης και δημιουργίας.

Σε κάθε περίπτωση, η αφετηρία ή η στόχευσή μου δεν είναι η νοσταλγία, αλλά η ανάγκη αποκωδικοποίησης των συμβόλων τής πόλης. Η νοσταλγία προκύπτει ως φυσικό παράγωγο σε κάθε αναμόχλευση του παρελθόντος ως κοινού κτήματος, πέραν της προσωπικής ιστορίας καθενός. Γίνεται μια οθόνη προβολής, στην οποία συναιρείται ένα κοινό αίσθημα, ενίοτε παραπλανητικό ή ψευδαισθητικό, αλλά κατά περίπτωση χρήσιμο ως προς τις συγκολλητικές του ιδιότητες. Η νοσταλγία λοιδορείται από τους δογματικούς τής νεωτερικότητας ή τους φετιχιστές τού μέλλοντος, αυτό όμως δεν αλλάζει την αναπόδραστη παρουσία της. Αν νοσταλγώ κάτι από το παρελθόν που έζησα είναι η πίστη στο μέλλον. Να, λοιπόν, πώς μια νοσταλγική αναδίφηση μπορεί και να θρηνεί για την υπονόμευση του μέλλοντος ως αυθεντίας και ως προορισμού.

Στο βιβλίο σας γράφετε για καταστήματα, κτίρια, γωνιές που σήμερα πλέον έχουν στ’ αλήθεια μεταμορφωθεί, σημεία τα οποία στην ουσία δεν υπάρχουν και τα οποία δεν έχει μείνει κάτι για να τα θυμίζει. Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθείτε να τα «βλέπετε» και να ορίζουν ακόμη τη σχέση σας με την πόλη. Δεν ξέρω αν συμφωνείτε, αλλά μερικές φορές είναι σαν να πρόκειται για ανθρώπους που πλέον δεν βρίσκονται ανάμεσά μας. Και δεν αποκλείεται τα σημεία αυτά να σχετίζονται με ανθρώπους που σήμαιναν κάτι για εσάς…

Πράγματι, η κληρονομιά τής πόλης, υλική και άυλη, κτίρια και ιδέες, μνημεία και σκιές, αποκτούν με τον χρόνο την ισχύ ενός ρόλου, την αύρα ενός προσώπου. Συχνά νιώθω αυτά τα φαντάσματα της πόλης ως πρόσωπα που εξέλιπαν, ως αγαπημένους νεκρούς. Δεν με θλίβει αυτή η διαπίστωση – το αντίθετο: έχει γλυκιά επίγευση, έστω και μελαγχολική. Συχνά, όταν επικαλούμαι τοπόσημα της πόλης που άλλαξε ή μέρη με τα οποία συνδέομαι προσωπικά, όπως βιβλιοπωλεία ή κινηματογράφους ή ακόμη και μεμονωμένα κτίρια, επιχειρώ –συνειδητά ή όχι– μιαν επαναχαρτογράφηση ενός τοπίου μνήμης που για κάποιους λόγους, προσωπικής ή συλλογικής αξίας, κρίνεται ως άξιο διατήρησης. Με ενδιαφέρει κυρίως η ανασύσταση της ατμόσφαιρας που έχει εκλείψει και που, ναι, αυτή εξαερώνεται, όπως ένας άνθρωπος που φεύγει από τη ζωή. Η ατμόσφαιρα μιας πόλης είναι όσα αυτή μας επιτρέπει να νιώσουμε και να συναισθανθούμε, είτε ως ήρωες μιας προσωπικής μυθολογίας είτε ως μέτοχοι ενός φαντασιακού κόσμου, την αναγκαιότητα του οποίου υπερασπιζόμαστε μ’ αυτήν ακριβώς την επιθυμία μας να είμαστε κάτι πέραν όσων μεταφράζονται με το αποτύπωμα του σώματός μας.

Αν σας ζητούσαν να επιστρέψετε σε μιαν εποχή, ίσως την πιο αγαπημένη σας, ή αν γινόταν να ζήσετε μιαν εποχή στο μέλλον, ποια θα ήταν αυτή; Και σε ποιο σημείο τής Αθήνας;

Θα ήθελα να περπατούσα στο κέντρο τής Αθήνας τού 1960-65. Με όλην αυτή την κοσμογονία τής ανοικοδόμησης, με όλην αυτή την ορμή προς το μέλλον, στο μεταίχμιο δύο κόσμων και στη συμβίωση της μνήμης τού 19ου αιώνα με την αδημονία για τον 21ο. Είναι η Αθήνα των πρώτων μου αναμνήσεων, μιας πόλης στην οποία συνυπήρχε ο νεωτερισμός και ο κοσμοπολιτισμός μαζί με μια παλαιότερη και πιο ρομαντική εκδοχή τής πόλης. Το χάσμα των γενεών ήταν τεράστιο, όπως είναι βέβαια πάντα. Αλλά με συγκινεί ο τρόπος που η ιδέα για το μέλλον ήταν ο απόλυτος άρχων και που η πίστη στο αύριο ήταν η επικρατούσα θρησκεία. Δεν ξέρω πώς θα ήταν να είσαι στο περιθώριο εκείνη την εποχή, αλλά πιστεύω, σε κάθε περίπτωση, πως ήταν μια εποχή ανόδου, σε σχεδόν όλα τα επίπεδα.

Για το μέλλον, θα κάνω ένα άλμα στο 2120, να διαβάζω τις αναλύσεις για τα 100 χρόνια από την πανδημία που άλλαξε τον κόσμο. Επίσης, θα ήθελα να περπατήσω σε μια συνοικία τής Αθήνας, ας πούμε στην Κυψέλη ή στο Θησείο, το 2120 και να δω όσες πολυκατοικίες τού 1960-70 έχουν επιζήσει να είναι παμπάλαια κτίρια 150 ετών. Θα μου άρεσε επίσης να δω ποια θα είναι η αστική εμπειρία από μια βόλτα στη Φωκίωνος Νέγρη, για παράδειγμα, σε έναν αιώνα από τώρα: πώς, δηλαδή, ο κάτοικος τής πόλης θα αντιλαμβάνεται τον δημόσιο χώρο. Τα ταξίδια στον χρόνο, μπρος ή πίσω, είναι απαραίτητα για να βιώνουμε τον παρόντα χρόνο στο έπακρον.

Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας χρησιμοποιούμε τεχνολογίες, όπως cookies, και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως διευθύνσεις IP και αναγνωριστικά cookies, για να προσαρμόζουμε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο με βάση τα ενδιαφέροντά σας. Κάντε κλικ παρακάτω για να συμφωνήσετε με τη χρήση αυτής της τεχνολογίας και την επεξεργασία των προσωπικών σας δεδομένων για αυτούς τους σκοπούς.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να διαβάσετε την Πολιτική απορρήτου.

Ρυθμίσεις Cookies

Παρακάτω μπορείτε να επιλέξετε ποια cookies θα επιτρέψετε σε αυτή την ιστοσελίδα. Πατήστε στην αποθήκευση ρυθμίσεων για να εφαρμόσετε την επιλογή σας.

ΛειτουργικάΗ ιστοσελίδα για να δουλέψει χρησιμοποιεί κάποια απαραίτητα λειτουργικά cookies.

ΣτατιστικάΗ ιστοσελίδα μας χρησιμοποιεί cookies για στατιστικούς σκοπούς, ώστε να μπορούμε να βελτιώσουμε το περιεχόμενο που σας προσφέρουμε.

Κοινωνικά ΔίκτυαΗ ιστοσελίδα μας χρησιμοποιεί cookies από τα κοινωνικά δίκτυα, ώστε να μπορούμε να σας δείξουμε περιεχόμενο από πλατφόρμες όπως το YouTube και το FaceBook. Αυτά τα cookies μπορεί να καταγράφουν τα προσωπικά σας δεδομένα.

ΔιαφημίσειςΗ ιστοσελίδα μας χρησιμοποιεί cookies για διαφημιστικούς σκοπούς, ώστε να μπορούμε να σας προσφέρουμε περιεχόμενο που σας ενδιαφέρει. Αυτά τα cookies μπορεί να καταγράφουν τα προσωπικά σας δεδομένα.

ΆλλαΗ ιστοσελίδα μας χρησιμοποιεί και ορισμένα cookies από υπηρεσίες που δεν εμπίπτουν στις παραπάνω κατηγορίες