fbpx
Αρχική LONG READS To art or not to art?

To art or not to art?

Αρκούσε η ανακοίνωση για τοποθέτηση ενός νέου, μνημειακού γλυπτού σε δημόσιο χώρο τής πόλης, για να αρχίσουν οι αμφιβολίες. Είναι το σωστό έργο; Είναι στη σωστή θέση; Είναι ο σωστός τρόπος; Θα το σεβαστούν οι πολίτες; Σειρά ερωτημάτων που, παρά την, πιθανότατα, καλή πρόθεση των ερωτώντων, καταδεικνύουν ένα διαχρονικό φαινόμενο: την (τουλάχιστον) ιδιάζουσα σχέση τής Θεσσαλονίκης με τα έργα τέχνης στον δημόσιο χώρο. H «CT» ανατρέχει στην προϊστορία μας, αναζητώντας ερμηνείες και απαντήσεις.

- Advertisment -

Η εξ αποστάσεως συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου (δ.σ.) τής Θεσσαλονίκης, το βράδυ τής Δευτέρας 25 Ιανουαρίου, είχε κάτι σχεδόν σουρεαλιστικό στο κλείσιμό της, κάτι περισσότερο από δύο ώρες μετά τα μεσάνυχτα… Στην ατζέντα τού δ.σ. (μετά την έγκριση με ευρεία πλειοψηφία –χωρίς αρνητικές ψήφους και με 10 λευκά– τού αρχιτεκτονικού διαγωνισμού για το προσχέδιο ανάπλασης της πλατείας και του άξονα της Αριστοτέλους) βρέθηκε η έγκριση της τοποθέτησης ενός γλυπτού μνημειακών διαστάσεων του Κωστή Γεωργίου με το όνομα «Meteoron» (δωρεά τής εταιρείας «Κτήμα Γεροβασιλείου ΑΕ») στο λεγόμενο «Πάρκο τής Γαλλίας», απέναντι από το δημαρχείο Θεσσαλονίκης, προς την πλευρά τής θάλασσας.

Οι αντιδράσεις ήταν ουκ ολίγες – ορισμένοι θυμήθηκαν ότι ο ίδιος γλύπτης ήταν ο δημιουργός τού έργου «Phylax», μιας κόκκινης, φτερωτής μορφής που είχε τοποθετηθεί πάνω σε βάθρο στο Παλαιό Φάληρο, στην Αττική, μπαίνοντας σχεδόν από την αρχή στο στόχαστρο βανδάλων και καταλήγοντας να γκρεμιστεί από το βάθρο της τον Ιανουάριο του 2018.

Κάποιοι άλλοι δημοτικοί σύμβουλοι υποστήριξαν ότι η μορφολογία τού γλυπτού (θα περιλαμβάνει δώδεκα μορφές, οι οποίες θα περιπλέκονται μεταξύ τους πάνω σε έναν κατακόρυφο άξονα, με άλλα μεταλλικά στοιχεία να παρεμβάλλονται) θα μπορούσε –συνυπολογίζοντας και το ύψος του (περίπου 10-11μ.)– να του επιτρέψει να λειτουργήσει ως σκάλα, πάνω στην οποία θα σκαρφαλώνουν ανήλικοι, με κίνδυνο ατυχήματος ή ακόμη και δυστυχήματος.

Τη συζήτηση έκλεισε η αντιπαράθεση μεταξύ τού δημοτικού συμβούλου τού συνδυασμού «ΠΟΛΗχρωμη Θεσσαλονίκη» (και πρώην αντιδημάρχου Αρχιτεκτονικού Σχεδιασμού, Πολεοδομίας και Δικτύων επί δημαρχίας Γιάννη Μπουτάρη), Ανδρέα Κουράκη, με τον δήμαρχο Θεσσαλονίκης, Κωνσταντίνο Ζέρβα, με αντικείμενο τον κίνδυνο μελλοντικού βανδαλισμού τού γλυπτού. Ο κ. Κουράκης ανέφερε το παράδειγμα του εμβληματικού γλυπτού «Ομπρέλες» τού Γιώργου Ζογγολόπουλου, για την προστασία τού οποίου ο δήμος Θεσσαλονίκης είχε φροντίσει (στην προηγούμενη θέση όπου αυτό βρισκόταν, μπροστά από το πάλαι ποτέ «Interni») να οριοθετήσει έναν κύκλο με λαμαρίνα και χαλίκι γύρω από τη βάση του, ώστε να αποτρέπει το κοινό από το να το προσεγγίζει, ακριβώς για να αποφευχθεί το ενδεχόμενο βανδαλισμού. «Μα, στη σημερινή θέση όπου βρίσκεται, στην αναπλασμένη, πλέον, Νέα Παραλία, στο ύψος τού δημαρχείου, δεν έχει κάποια ειδική κατασκευή για να το προφυλάσσει… Οι στύλοι τού γλυπτού είναι τοποθετημένοι απευθείας στο ξύλινο ντεκ, ο κόσμος μπορεί να το προσεγγίσει ελεύθερα και, παρά ταύτα, το γλυπτό δεν έχει βανδαλιστεί. Και ήσασταν εσείς, κ. Κουράκη, αρμόδιος γι’ αυτές τις επιλογές, όταν έγινε η μετακόμιση του γλυπτού…» αντέτεινε ο Κωνσταντίνος Ζέρβας, διευκρινίζοντας παράλληλα ότι το «Meteoron» θα τοποθετηθεί πάνω σε βάθρο, το οποίο εκτιμάται ότι θα μπορεί –λόγω του όγκου του– να αποτρέψει την κακοποίηση του έργου. «Παρά τις δυσκολίες των καιρών, υπάρχουν ακόμη κάποιοι άνθρωποι που, με την καλλιέργεια της ψυχής τους και της σκέψης τους, στηρίζουν τις καλλιτεχνικές δημιουργίες και ενδιαφέρονται για την αισθητική τού δημόσιου χώρου. Η Θεσσαλονίκη αξίζει και δικαιούται νέα τοπόσημα, σημεία με καλλιτεχνικό ενδιαφέρον, που θα αποτυπώνουν τη σύγχρονη δημιουργία των ανθρώπων της, σημεία που θα κεντρίζουν το ενδιαφέρον τού επισκέπτη και θα γίνουν καλλιτεχνικά ερεθίσματα μέσα από την καθημερινότητα», κατέληξε ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης λίγο πριν από την ψηφοφορία (σχεδόν στις 02:30 τα ξημερώματα), με την οποία πέρασε και αυτή η απόφαση.

ΤΟ «METEORON», ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΣΥΝΤΟΜΑ ΘΑ ΜΠΕΙ ΣΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ ΜΑΣ, ΘΑ ΑΠΟΤΕΛΕΙΤΑΙ ΑΠΟ 12 ΜΟΡΦΕΣ ΧΥΤΕΥΜΕΝΕΣ ΣΕ ΑΛΟΥΜΙΝΙΟ ΚΑΙ ΧΡΩΜΑΤΙΣΜΕΝΕΣ ΜΕ ΚΟΚΚΙΝΟ ΧΡΩΜΑ ΥΨΗΛΗΣ ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑΣ. ΟΙ ΜΟΡΦΕΣ ΘΑ ΑΝΑΠΤΥΣΣΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΘΑ ΠΕΡΙΠΛΕΚΟΝΤΑΙ ΠΑΝΩ ΣΕ ΚΑΤΑΚΟΡΥΦΟ ΑΞΟΝΑ, ΕΝΩ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΣ ΘΑ ΠΑΡΕΜΒΑΛΛΟΝΤΑΙ ΣΩΛΗΝΕΣ ΠΟΥ, ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΙΣ ΜΟΡΦΕΣ, ΘΑ ΣΥΝΘΕΤΟΥΝ ΤΟ ΤΕΛΙΚΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ. ΤΟ ΕΡΓΟ ΘΑ ΤΟΠΟΘΕΤΗΘΕΙ ΠΑΝΩ ΣΕ ΜΑΡΜΑΡΙΝΗ ΒΑΣΗ (ΣΕ ΣΧΕΔΙΟ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΤΟΥ ΓΛΥΠΤΗ), Η ΟΠΟΙΑ ΘΑ ΕΧΕΙ ΥΨΟΣ 2,00Μ., ΜΗΚΟΣ 1,40Μ. ΚΑΙ ΠΛΑΤΟΣ ΕΠΙΣΗΣ 1,40Μ. Η ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΗΣ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΒΛΕΨΗ ΚΑΙ ΜΕ ΕΥΘΥΝΗ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ & ΣΥΝΤΗΡΗΣΕΩΝ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, ΤΗΡΩΝΤΑΣ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΚΑΝΟΝΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ. ΣΤΗΝ ΠΛΗΡΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΟΥ, ΟΙ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΛΥΠΤΟΥ ΘΑ ΕΙΝΑΙ 1,40X1,40Μ. ΠΛΑΤΟΣ, ΕΝΩ ΤΟ ΤΕΛΙΚΟ ΤΟΥ ΥΨΟΣ (ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΗ ΒΑΣΗ) ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΚΟΝΤΑ ΣΤΑ 11Μ. ΤΟ ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΓΛΥΠΤΙΚΗΣ ΣΥΝΘΕΣΗΣ ΥΠΟΛΟΓΙΖΕΤΑΙ ΣΕ ΠΕΡΙΠΟΥ 350-400 ΚΙΛΑ.

Για την ιστορία, το «Meteoron», το οποίο σύντομα θα μπει στην καθημερινότητά μας, θα αποτελείται από 12 μορφές χυτευμένες σε αλουμίνιο και χρωματισμένες με κόκκινο χρώμα υψηλής ανθεκτικότητας. Οι μορφές θα αναπτύσσονται και θα περιπλέκονται πάνω σε κατακόρυφο άξονα, ενώ μεταξύ τους θα παρεμβάλλονται σωλήνες που, μαζί με τις μορφές, θα συνθέτουν το τελικό αποτέλεσμα. Το έργο θα τοποθετηθεί πάνω σε μαρμάρινη βάση (σε σχέδιο του ίδιου τού γλύπτη), η οποία θα έχει ύψος 2,00μ., μήκος 1,40μ. και πλάτος επίσης 1,40μ. Η κατασκευή της θα γίνει υπό την επίβλεψη και με ευθύνη τής διεύθυνσης Κατασκευών & Συντηρήσεων του δήμου Θεσσαλονίκης, τηρώντας όλους τους κανόνες ασφάλειας.

Στην πλήρη ανάπτυξή του, οι διαστάσεις τού γλυπτού θα είναι 1,40×1,40μ. πλάτος, ενώ το τελικό του ύψος (μαζί με τη βάση) θα είναι κοντά στα 11μ. Το βάρος τής γλυπτικής σύνθεσης υπολογίζεται σε περίπου 350-400 κιλά.

Το «Πάρκο τής Γαλλίας», όπου θα τοποθετηθεί το «Meteoron», προτάθηκε από τον ίδιο τον γλύπτη και ζωγράφο, αλλά και από τον δωρητή, Βαγγέλη Γεροβασιλείου, ενώ έχει τη σύμφωνη γνώμη τής αρμόδιας υπηρεσίας τού δήμου Θεσσαλονίκης, έπειτα από αυτοψία που πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με τη συναρμόδια τεχνική υπηρεσία (διεύθυνση Κατασκευών & Συντηρήσεων). Για να μπορέσει να τοποθετηθεί θα πρέπει προηγουμένως ο χώρος να διαμορφωθεί κατάλληλα, αφού απομακρυνθεί ο υφιστάμενος ιστός φωτισμού.

Ο Κωστής Γεωργίου, ο γλύπτης και ζωγράφος που ετοιμάζει το «Meteoron», γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1956. Ήταν μαθητής τού Δημήτρη Μυταρά και του Δημοσθένη Κοκκινίδη στη Σχολή Καλών Τεχνών τής Αθήνας, αλλά και του Peter de Francia στο «Royal College of Fine Arts» τού Λονδίνου. Έχει στο ενεργητικό του περισσότερες από 90 ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής και γλυπτικής σε γκαλερί και μουσεία ανά τον κόσμο (μεταξύ άλλων, στο Μουσείο Abbaye de Neumünster τού Λουξεμβούργου, στην 1η Μπιενάλε Θεσσαλονίκης, στην Kouros Gallery της Νέας Υόρκης, στη Νiederhauser Gallery της Λωζάνης, στην Alla Rogers Gallery της Ουάσιγκτον, στη Galerie Barbara von Stechow της Φρανκφούρτης και στην Τokyo Art Expo ‘92), ενώ έχει συμμετάσχει σε περισσότερες από τριακόσιες ομαδικές εκθέσεις παγκοσμίως (στο Μουσείο Γουλανδρή στην Άνδρο, στο Hyogo Museum of Modern Art της Ιαπωνίας, στην Art Texas 2001, στο Absolute Americana Museum στη Φλόριντα κ.α.). Έργα του κοσμούν δημόσια πάρκα στην Αττική –ενδεικτικά, το έργο «Xρονικόν Α» το πάρκο Αγίου Γεωργίου στο Παλαιό Φάληρο, το γλυπτό «Anatasis» την κεντρική πλατεία τής Βούλας, το «Equus» την παραλιακή λεωφόρο τής Βουλιαγμένης κοκ.–, αλλά και άλλες πόλεις τής χώρας, όπως για παράδειγμα την Αλεξανδρούπολη.

ΜΙΑ ΠΑΛΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΕΠΑΝΕΡΧΕΤΑΙ. Το «Meteoron» δεν είναι, πάντως, η πρώτη περίπτωση όπου η τέχνη στον δημόσιο χώρο εγείρει τα πάθη των Θεσσαλονικέων…

Ένα από τα πρώτα περιστατικά καταγράφηκε ήδη από τα μέσα τής δεκαετίας τού 1960 και αφορούσε το γλυπτό «Cor-Ten» τού Γιώργου Ζογγολόπουλου, το οποίο τοποθετήθηκε στη Βόρεια Πύλη τής Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης (ΔΕΘ) το 1966, εκεί όπου βρίσκεται ακόμη και σήμερα – στην περίπτωση εκείνη, βέβαια, η δημόσια αντιπαράθεση αφορούσε την ουσία τού έργου τέχνης και τη μορφή του και όχι τεχνικά ζητήματα που αφορούν το πού και πώς θα εγκατασταθεί, όπως συμβαίνει προς ώρας με το «Meteoron».

Η ύψους 17μ. κατασκευή στην πλατεία Σιντριβανίου είναι φτιαγμένη από κράμα μετάλλου (Cor-Ten) που έφερε στη χώρα μας ο ίδιος ο Ζογγολόπουλος ειδικά για τον σκοπό αυτόν από τη Γαλλία, αφού προηγουμένως είχε αποσπάσει το πρώτο βραβείο στον διαγωνισμό που είχε πραγματοποιηθεί από την τότε διοίκηση της ΔΕΘ για την αναμόρφωση των πυλών τής Έκθεσης. Σύμφωνα με τους ιθύνοντες τής εποχής, στόχος τού γλυπτού ήταν να συμβολίσει τη βιομηχανική ανάπτυξη της χώρας, ο ίδιος ο δημιουργός του, ωστόσο, υποστήριζε ότι απεικονίζει τη Νίκη τής Σαμοθράκης, με αφαιρετικό τρόπο.

Όπως σημείωνε ο ίδιος ο Ζογγολόπουλος σε κείμενο της εποχής, «Η ένταξη του γλυπτού στην είσοδο της Πύλης Σιντριβανίου, μέσα στο κεντρικό σημείο τής πόλης, δημιουργεί –μαζί με ένα σύγχρονο πλαστικό στοιχείο πολύ σχετικό με τον χαρακτήρα τής Εκθέσεως (χώρος παλλόμενος από σύγχρονες τεχνικές επιτεύξεις)– και φυσιογνωμικό στοιχείο τής πόλης, μια και στάθηκε μόνιμα εκεί. Ίσως ακόμη το τελικό χρώμα τού γλυπτού να δημιουργεί κάποια σχέση με τον διάχυτο βυζαντινό χαρακτήρα που δίνουν τα μνημεία τής Θεσσαλονίκης. Τελικά, έχουμε κι ένα παράδειγμα ότι υπάρχουν δυνατότητες για ανάλογα, σύγχρονα γλυπτά και σε άλλες πόλεις τής χώρας μας».

Σε ρεπορτάζ που δημοσιεύεται στις 13 Αυγούστου 1966, η εφημερίδα «Μακεδονία» πληροφορεί τους αναγνώστες της ότι «η πλατεία Σιντριβανίου εξωραΐζεται. Ο υπουργός Βορείου Ελλάδος Μανωλόπουλος επιθεώρησε τον χώρο όπου θα στηθεί το ύψους εξαώροφης οικοδομής γλυπτό», ενώ λίγες ημέρες αργότερα, στις 2 Σεπτεμβρίου, μία ημέρα πριν από τα εγκαίνια της Έκθεσης, δημοσιεύεται στην τρίτη σελίδα τής εφημερίδας φωτογραφία με γερανό, ο οποίος στήνει το γλυπτό. Την επομένη, πρώτη ημέρα της Έκθεσης, το πρωτοσέλιδο της «Μακεδονίας» φιλοξενεί ολοσέλιδη φωτογραφία τής Πύλης Σιντριβανίου, στην οποία δεσπόζει το γλυπτό, ενώ λίγα εικοσιτετράωρα αργότερα ο καθηγητής τού Πολυτεχνείου Πάτροκλος Καραντινός γράφει σε άρθρο του: «Τέλος, (οφείλω να) να εξάρω το γεγονός ότι μέσα στο πλήθος των άθλιων έργων που κακοποιούν με την παρουσία τους τους δημόσιους χώρους, πολύτιμα κέντρα ζωής των πόλεών μας, ένα άξιο έργο ορθώνεται, παρήγορο μήνυμα καλού για το μέλλον».

Η ΑΝΕΓΕΡΣΗ ΑΝΔΡΙΑΝΤΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΕΙΧΕ ΠΡΟΑΝΑΓΓΕΛΘΕΙ ΗΔΗ ΑΠΟ ΤΟ 1965, ΟΤΑΝ ΣΥΣΤΑΘΗΚΕ ΕΡΑΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ. Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ (ΣΤΟΝ ΓΛΥΠΤΗ ΕΥΑΓΓΕΛΟ ΜΟΥΣΤΑΚΑ) ΩΣ ΤΗΝ ΤΕΛΙΚΗ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΛΙΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΞΕΚΙΝΗΣΕ ΠΕΡΙ ΤΟ 1972 ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΗΚΕ ΤΟ 1974, ΕΠΙ ΔΗΜΑΡΧΙΑΣ ΧΡΗΣΤΟΥ ΦΛΩΡΙΔΗ. ΚΑΘ’ ΟΛΟ ΑΥΤΟ ΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΑΚΟΜΗ ΠΙΟ ΠΡΙΝ –ΗΔΗ ΑΠΟ ΤΟ 1969– Ο ΤΟΠΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ ΕΒΡΙΘΕ ΑΠΟ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ ΣΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΗΤΑΝ ΕΥΔΙΑΚΡΙΤΗ Η ΑΓΩΝΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ ΠΡΟΩΘΗΣΗΣ ΤΟΥ ΓΛΥΠΤΟΥ, ΕΝΩ ΕΚΦΡΑΖΟΤΑΝ ΚΑΙ Η ΑΠΟΨΗ ΤΟΥΣ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΓΕΘΟΣ ΚΑΙ ΤΗ ΜΟΡΦΗ ΠΟΥ ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΕΧΕΙ, ΤΟ ΠΟΥ ΚΑΙ ΠΩΣ ΘΑ ΧΩΡΟΘΕΤΟΥΤΑΝ ΣΤΟΝ ΑΣΤΙΚΟ ΙΣΤΟ, ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΑΝ ΘΑ ΗΤΑΝ ΑΡΚΕΤΑ ΜΕΓΑΛΟ, ΩΣΤΕ ΝΑ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΝΕΤΑΙ ΣΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΜΕΓΕΘΟΣ ΤΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΑ ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΗ. ΙΣΩΣ ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ ΝΑ ΕΠΗΡΕΑΣΑΝ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΕΛΙΚΗ ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ, ΟΔΗΓΩΝΤΑΣ, ΟΠΩΣ ΑΝΑΓΡΑΦΟΤΑΝ ΣΤΟΝ ΤΥΠΟ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ, «ΣΤΟΝ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΣΕ ΥΨΟΣ ΑΝΔΡΙΑΝΤΑ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΣΤΗΘΕΙ ΠΟΤΕ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ».

Η άποψη του Πάτροκλου Καραντινού δεν έβρισκε ωστόσο σύμφωνη μερίδα των Θεσσαλονικέων, ορισμένοι από τους οποίους χλεύαζαν το γλυπτό, μια που αδυνατούσαν να αντιληφθούν τον συμβολισμό του. Παράλληλα, το αποκαλούσαν περιπαικτικά «το Εκατομμύριο», λόγω του υψηλού για την εποχή κόστους του, που έφτασε στο 1 εκατ. δρχ.

Σε κείμενο που δημοσιεύεται στις 29 Σεπτεμβρίου στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη» διαβάζουμε: «Η αισθητική κρίση των Θεσσαλονικέων δοκιμάζεται σκληρά. Πέτρα τού σκανδάλου, το γλυπτό Ζογγολόπουλου στην επάνω πύλη τής Εκθέσεως. Η οργή που προκλήθηκε δεν είναι κάτι που πρέπει να εκπλήξει. Πώς να μην αγανακτήσει ο άνθρωπος που ήρθε να θαυμάσει… θαυμαστικό 400.000 δραχμών; ‘Έκθεση είναι’ σκέφτεται, ‘για τον πολύ κόσμο είναι και όχι για τους τεχνοκρίτες, άρα και τα σύμβολά της πρέπει να είναι προσιτά και ο συμβολισμός τους προφανής’. Αν λοιπόν πρέπει να καταδικάσουμε το έργο τού Ζογγολόπουλου, ας το καταδικάσουμε, αλλά όχι μ’ αυτό τον τρόπο. Όχι πριν το δούμε σαν έργο τέχνης και μόνο σαν τέτοιο το κρίνουμε».

«Τώρα, αν μια ολόκληρη πολιτεία το αποστρέφεται (σ.σ.: το γλυπτό), το καταδικάζει, αγανακτεί, εξοργίζεται, απορεί, το χλευάζει, ζητά το άμεσο σήκωμά του, δεν βαριέσαι, τι ξέρουν αυτοί όλοι οι ‘σκιτζήδες’ από τέχνη;» αναρωτιέται σε κείμενό του στον «Ταχυδρόμο» ο πρόεδρος της Ενώσεως Βορείου Ελλάδος «Πολύγνωτος Παιώνιος», Δ. Αγραφιώτης. «Πώς θα καταλάβουν ένα αριστούργημα που βγήκε από τα χέρια εκείνου που ‘προηγείται της εποχής του’(!). Αν το πλήθος, μετά και τις δικές μας κριτικές, εξακολουθεί να κορυβαντιά και να αποδοκιμάζει, επιστρατεύουμε και τους ‘ειδικούς’, βάζουμε και τον δημιουργό να μας διαφωτίσει, επανερχόμαστε ξανά και επιμένουμε σώνει και καλά να το βαφτίσουμε. Αλλά στα βαφτίσια τα χαλάμε, ο κόσμος μάς παίρνει χαμπάρι και γελάει μαζί μας και το παρδαλό κατσίκι. Σας ευχαριστούμε και πάλι θερμότατα όλους! Ζήτω ο λαός τής Θεσσαλονίκης με το ανεπτυγμένο γούστο, που θα διώξει από την πόλη το σκιάχτρο που στήθηκε μπροστά στη ΔΕΘ, για να μη μπορούν τα παιδάκια να περνούν από ‘κει κοντά[…]. Έχουν χάσει (σ.σ.: οι αφηρημένοι καλλιτέχνες) κάθε τσίπα αιδημοσύνης μπροστά στα εύκολα κέρδη που τους αποφέρει η μέσα σε δύο δευτερόλεπτα κατασκευή έργου, που το κάνει στον ίδιο χρόνο μέσα και μια ουρά ενός όνου. Όπως η ουρά τού όνου τού Πικάσο».

Δέκα χρόνια αργότερα, ο Χρύσανθος Χρήστου, καθηγητής τής Μεσαιωνικής και Νεώτερης Τέχνης, θα υποστηρίξει σε άρθρο του ότι το γλυπτό τού Ζογγολόπουλου βρισκόταν σε πλήρη αρμονία με τις αναζητήσεις τής εποχής. Επεκτείνοντας τη σκέψη του, ο αρχιτέκτονας και καλλιτέχνης Δημήτρης Φατούρος θα υποστηρίξει: «Από αυτήν την άποψη, η Θεσσαλονίκη βρίσκεται όχι απλώς στην πρώτη σειρά των αντίστοιχων προσπαθειών στα Βαλκάνια, αλλά και μέσα στην Ευρώπη. Πρέπει να συγχαρούμε τη ΔΕΘ για την πρωτοβουλία της: παρά το μικρό χρονικό διάστημα που είχε για να αναθέσει την κατασκευή του και το ακόμη μικρότερο για την εγκατάστασή του και τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος, το αποφάσισε. Όπως το Ρότερνταμ έχει τον Πέβσνερ του, έτσι και η Θεσσαλονίκη έχει τον Ζογγολόπουλό της».

Ανάλογη ήταν και η άποψη του Μανόλη Ανδρόνικου, ο οποίος, μέσα από αρθρογραφία του, επιχείρησε να οριοθετήσει τον δημόσιο διάλογο που αφορούσε τον ρόλο τής αφηρημένης τέχνης: «Θα ήμουν πρόθυμος να συζητήσω μόνον αν ήμουν βέβαιος ότι οι αντιρρήσεις και οι αντιδράσεις στηρίζονται σε καλλιτεχνικά κριτήρια, όχι όμως να απαντήσω στο αφελές ερώτημα των περισσοτέρων ‘τι παριστάνει;’. Οι σύγχρονοι ιστορικοί τής τέχνης προχωρούν ένα βήμα πιο πέρα από την έρευνα της μορφής – έφτασαν στην έρευνα της ‘δομής’ τού έργου. Και οι σύγχρονοι καλλιτέχνες θέλουν να εκφραστούν με τον πιο καθαρό και ευθύ τρόπο, χωρίς να κρύβουν πίσω από τα αντικείμενα και μέσα σ’ αυτά τα καλλιτεχνικά στοιχεία τού έργου. Η καθαρότητα της τέχνης στάθηκε το αίτημα του καιρού μας, από την ποίηση μέχρι την πλαστική. Χρειάζεται μια θητεία και μια ανανέωση της καλλιτεχνικής μας παιδείας, χρειάζεται συναναστροφή με τα έργα τέχνης και διάθεση να τα καταλάβουμε. Η πρόκληση του νέου γλυπτού μπορεί να οδηγήσει, τουλάχιστον τους νέους, σε γόνιμες απορίες. Οι κραυγές θα σβήσουν, το έργο θα μείνει. Και δεν θα χρειαστεί να το κρύψουμε μέσα στα φυλλώματα, όπως άλλα…».

ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΜΕΤΡΑΕΙ ΤΙΣ «ΠΛΗΓΕΣ» ΤΟΥ. Προβληματική –ακόμη και σήμερα– είναι η κατάσταση με το «Παιδί που Σφυρίζει», ένα γλυπτό τού Νικόλα (Νικόλαος Παυλόπουλος) φτιαγμένο από χαλκό σε φυσικό μέγεθος (έχει ύψος 1,33μ.), το οποίο τοποθετήθηκε το 1968 στην πλατεία Ναυαρίνου, σε μικρή απόσταση από το ανάκτορο του Γαλέριου, στο κέντρο μιας κυκλικής πισίνας.

Η κριτική είχε αρχίσει από αρκετά παλιότερα, από ανθρώπους που γνώριζαν καλά τα της τέχνης – οι ενστάσεις τους εστιάζονταν κυρίως στην κλίμακα του έργου σε σχέση με το σημείο όπου επελέγη να τοποθετηθεί (σήμερα η σχέση αυτή έχει επιδεινωθεί επί τα χείρω), αιτιολογώντας την άποψή τους με το επιχείρημα ότι η τοποθέτησή του στο κέντρο της πισίνας, με πολλούς λεπτούς, καμπυλώδεις πίδακες νερού να ξεκινούν από την περίμετρό της κατευθυνόμενοι προς το άγαλμα, αποδυναμώνει την πρόκληση που επιχειρεί να δημιουργήσει το παιδί που ουρεί, λειτουργώντας ως σεμνότυφη «κουρτίνα» που θολώνει τη θέαση του έργου.

Τα προβλήματα που αφορούν το συγκεκριμένο γλυπτό σε έναν από τους πλέον πολυσύχναστους χώρους τής Θεσσαλονίκης είναι αρκετά οξυμμένα ακόμη και σήμερα – και είναι διττά. Από τη μία, η παρατεταμένη, επί σειρά ετών παραμέληση του έργου (το γλυπτό βανδαλίστηκε με σπρέι και μαρκαδόρους, χαράχτηκε με κλειδιά και κατσαβίδια, βάφτηκαν τα χείλη, τα χέρια ή το μόριό του, στα χέρια του κρεμάστηκαν πανιά και χαρτιά υγείας), αλλά και της πισίνας (οι πίδακες χάλασαν εδώ και πάρα πολλά χρόνια, παραμένουν ασυντήρητοι και η πισίνα άδεια από νερό). Από την άλλη, η συμπεριφορά των κυκλοφορούντων βανδάλων, οι οποίοι επιμένουν να βανδαλίζουν το έργο ακόμη και την επομένη τής όποιας απόπειρας συντήρησής του (ακόμη κι όταν αυτή η συντήρηση γίνεται με λάθος τρόπο, όπως ο καθαρισμός του πριν από μερικούς μήνες, όταν το γλυπτό πρόβαλε, μετά τις εργασίες, γυαλιστερό και απαστράπτον, σε πλήρη αντίθεση με την αρχική σύλληψη του καλλιτέχνη, ο οποίος ήθελε το έργο του με πατίνα, όπως το «δίδυμο» γλυπτό, που κοσμεί την πόλη των Τρικάλων – το εκεί «αδελφάκι» τού «Παιδιού που Σφυρίζει» είναι ομολογουμένως πολύ πιο τυχερό όσον αφορά στη συμπεριφορά τής οποίας τυγχάνει από τους πολίτες που το απολαμβάνουν).

Η «ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ» ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΑΡΩΤΣΟΥ ΤΟΠΟΘΕΤΗΘΗΚΕ ΤΟ 1996 ΣΤΟ ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, ΩΣ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΟΥ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ «ΑΝΔΡΕΑΔΗΣ – ΖΗΣΙΑΔΗΣ ΑΕ» ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ. ΤΟ ΓΛΥΠΤΟ, ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΦΤΙΑΧΤΕΙ ΑΠΟ ΠΕΤΡΑ ΚΑΙ ΑΤΣΑΛΟΣΥΡΜΑ ΑΠΟ ΕΙΔΙΚΕΥΜΕΝΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΤΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ, ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΒΛΕΨΗ ΚΑΙ ΜΕ ΟΔΗΓΙΕΣ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΤΟΥ ΒΑΡΩΤΣΟΥ, ΕΙΧΕ ΑΝΑΡΤΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΗ ΘΟΛΩΤΗ ΟΡΟΦΗ ΤΟΥ ΚΤΙΡΙΟΥ ΤΗΣ ΝΕΑΣ –ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΕΚΕΙΝΗ– ΑΙΘΟΥΣΑΣ ΑΝΑΧΩΡΗΣΕΩΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ ΤΟΥ «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ». ΟΤΑΝ ΜΕΡΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΡΓΟΤΕΡΑ Ο ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟΣ ΧΩΡΟΣ ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΤΗΚΕ ΚΑΙ ΑΝΑΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗΚΕ, ΤΟ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟ ΓΛΥΠΤΟ (ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΕΛΑΧΙΣΤΑ ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΓΛΥΠΤΑ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ) ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΙΚΑ ΕΞΑΦΑΝΙΣΤΗΚΕ, ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΓΝΩΣΤΟ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΗΜΕΡΑ – ΚΑΙ ΣΕ ΠΟΙΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ.

ΜΕΓΑΣ Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ, ΜΕΓΑ ΤΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ. Θέμα ευρείας συζήτησης στην κοινωνία τής Θεσσαλονίκης αποτέλεσε και ο έφιππος ανδριάντας τού Μεγάλου Αλεξάνδρου, στη Νέα Παραλία τής Θεσσαλονίκης – όχι όμως επειδή υπήρχαν αντιρρήσεις επί του έργου, αλλά μάλλον επειδή περίσσευε η αδημονία τού κόσμου.

Η ανέγερση ανδριάντα τού μακεδόνα στρατηλάτη είχε προαναγγελθεί ήδη από το 1965, όταν συστάθηκε –κατά τα ήθη τής εποχής– ερανική επιτροπή για τη δημιουργία τού έργου, καθώς θεωρήθηκε «εθνικής σημασίας». Η διαδικασία από την ανάθεση της κατασκευής (στον γλύπτη Ευάγγελο Μουστάκα) ώς την τελική τοποθέτησή της στην παραλία τής Θεσσαλονίκης ξεκίνησε στη διάρκεια της χούντας (περί το 1972) και ολοκληρώθηκε το 1974, επί δημαρχίας Χρήστου Φλωρίδη. Καθ’ όλο αυτό το διάστημα, αλλά και ακόμη πιο πριν –ήδη από το 1969– ο τοπικός Τύπος (ιδιαίτερα η εφημερίδα «Ελληνικός Βορράς») έβριθαν από επιστολές αναγνωστών, που αποτύπωναν το ενδιαφέρον τού κοινού όχι μόνο για την ταχεία προώθηση του πρότζεκτ, αλλά και για το πώς θα αποτυπωνόταν η μορφή τού Μεγάλου Αλεξάνδρου στο υλικό. Στις επιστολές που έβλεπαν το φως τής δημοσιότητας ήταν ευδιάκριτη η αγωνία των αναγνωστών για την καθυστέρηση προώθησης του γλυπτού, ενώ εκφραζόταν και η άποψή τους για το μέγεθος και τη μορφή που θα έπρεπε να έχει, το πού και πώς θα χωροθετούνταν στον αστικό ιστό, ακόμη και το εάν θα ήταν αρκετά μεγάλο, ώστε να ανταποκρίνεται στο ιστορικό μέγεθος του μακεδόνα στρατηλάτη. Ίσως αυτές οι τελευταίες αναφορές να επηρέασαν ακόμη και την τελική μορφή του έργου, οδηγώντας, όπως αναγραφόταν στον Τύπο τής εποχής, «στον μεγαλύτερο σε ύψος ανδριάντα που έχει στηθεί ποτέ στην Ελλάδα».

Το τελικό αποτέλεσμα κατά κανόνα άρεσε – και εδώ, ωστόσο, δεν έλειψαν οι ενστάσεις. Μία από τις βασικότερες ήταν ότι το σύνολο είχε στραμμένα τα νώτα του προς τον Λευκό Πύργο και, ταυτόχρονα, προς τον βασικό άξονα επί του οποίου κινούνται πεζοί και εποχούμενοι στην παραλία τής Θεσσαλονίκης.

ΤΙ ΕΠΑΘΑΝ Ο ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΠΑΠΑΣ ΚΑΙ Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ; Αρκετή συζήτηση στον δημόσιο διάλογο προκάλεσε ο ανδριάντας τού Εμμανουήλ Παπά, ο οποίος τοποθετήθηκε το 1989 στη λεωφόρο 3ηςΣεπτεμβρίου (μεταξύ τής Μανόλη Ανδρόνικου και της παραλιακής λεωφόρου), ακριβώς απέναντι από τον χώρο όπου σε λίγο καιρό πρόκειται να στηθεί το «Meteoron» τού Κωστή Γεωργίου. Το γλυπτό ήταν έργο τού Μέμου Μακρή, ενός καλλιτέχνη τής διασποράς, από τον οποίο αφαιρέθηκε η ελληνική ιθαγένεια το 1964, για να του αποδοθεί εκ νέου το 1975.

Στη σύνθεση (σε σκουρόχρωμο μπρούντζο) επικρατεί η μορφή τού ένστολου Εμμανουήλ Παπά, αρχιστράτηγου των μακεδονικών δυνάμεων κατά την επανάσταση του 1821, με τη Δόξα πίσω του να τον στεφανώνει. Ωστόσο, ο μάλλον άκομψος και αμήχανος τρόπος με τον οποίον ο Παπάς επιχειρεί να αποβιβαστεί από το μπροστινό τμήμα μιας βάρκας, η εξαιρετικά άκαμπτη και ελάχιστα πλαστική κάπα του, τα σκληρά περιγράμματα, η υπερβολική εμμονή σε λεπτομέρειες και το δύσκαμπτο ύφος δίνουν στη σύνθεση περιττό βάρος, αποτρέποντας παράλληλα την επικέντρωση της ματιάς τού θεατή σε μία κεντρική οπτική και αισθητική ιδέα – κάτι που δεν έμεινε ασχολίαστο από την κοινή γνώμη τής πόλης στο διάστημα που ακολούθησε την τοποθέτησή του.

Αρκετή κριτική ασκήθηκε –και ασκείται ακόμη– και στον ανδριάντα τού Αριστοτέλη (έργο τού γλύπτη Γεώργιου Γεωργιάδη σε μπρούτζο), ο οποίος τοποθετήθηκε το 1990 στην πλατεία Αριστοτέλους (ανεβαίνοντας δεξιά από τη λεωφόρο Νίκης προς τη Μητροπόλεως), επί δημαρχίας Κωνσταντίνου Κοσμόπουλου.

Οι επικρίσεις που διατυπώθηκαν στον Τύπο τής εποχής ήταν αρκετές – ορισμένοι θεώρησαν ότι το άγαλμα του σταγειρίτη φιλόσοφου ήταν δυσαρμονικό ως προς τις αναλογίες του, δύσκαμπτο και φτωχό από άποψη πλαστικής εκφραστικότητας, ενώ σχόλια έγιναν ακόμη και για λεπτομέρειές του, όπως για παράδειγμα το υπερυψωμένο μεγάλο δάχτυλο του αριστερού ποδιού. Παράλληλα, παρά το γεγονός ότι ο ανδριάντας είναι τοποθετημένος πάνω σε ογκώδη μαρμάρινη βάση στους τόνους τής ώχρας (μια προσωπική επιλογή τού καλλιτέχνη), θεωρήθηκε ότι, σε σχέση με το μέγεθος της κεντρικότερης πλατείας τής Θεσσαλονίκης, όπου τοποθετήθηκε, χάνεται μέσα στη γενική εικόνα.

ΕΝΑ «ΠΡΙΟΝΙ» ΣΤΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ. Ακόμη ένα έργο τέχνης σε δημόσιο χώρο που δείχνει να μη μπόρεσε να βρει τον δρόμο προς την καρδιά των Θεσσαλονικέων είναι και το «Πριόνι», το μεγάλων διαστάσεων (με ύψος 10 μ.) έργο από ανοξείδωτη λαμαρίνα τού γλύπτη Αντρέι Φιλίποφ, που τοποθετήθηκε το 2007, επί δημαρχίας Βασίλη Παπαγεωργόπουλου, στον κήπο τού Αρχαιολογικού Μουσείου τής Θεσσαλονίκης.

«Το έργο έχει τη μορφή υπερμεγέθους ατσάλινου πριονιού που αναδύεται, σχίζοντας την επιφάνεια της γης» αναφέρεται σε μικρή πινακίδα μπροστά από το έργο, με το οποίο επιχειρείται να μεταφερθεί στον θεατή το εννοιολογικό και πολιτικό σκεπτικό τού ρώσου καλλιτέχνη. «Η αισθητική σύλληψη επικεντρώνεται στις ομοιότητες μεταξύ τής οδοντωτής ακμής τού πριονιού και των ιδιόμορφων επάλξεων του τείχους τού Κρεμλίνου, στη Μόσχα».

Παρότι επιβάλλεται σαφώς στο περιβάλλον του (λόγω του μεγέθους, αλλά και της κλίσης υπό την οποία είναι τοποθετημένο), το γλυπτό δεν μπόρεσε να κερδίσει τις καρδιές των Θεσσαλονικέων.

ΤΡΙΑ ΣΤΑ ΤΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΒΑΡΩΤΣΟ. Την ίδια στιγμή, άτυχα φαίνεται πως ήταν δύο έργα τού γλύπτη Κώστα Βαρώτσου, τα οποία τοποθετήθηκαν σε πολυσύχναστα σημεία τού πολεοδομικού συγκροτήματος, όπως επίσης και ένα τρίτο, το οποίο ουδέποτε πρόλαβε να τοποθετηθεί.

1 Το πρώτο ήταν η «Υδρόγειος», η οποία τοποθετήθηκε το 1996 (επί δημαρχίας Κωνσταντίνου Κοσμόπουλου) στο αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης, ως προσφορά τού καλλιτέχνη και της κατασκευαστικής εταιρείας «Ανδρεάδης – Ζησιάδης ΑΕ» προς το ελληνικό Δημόσιο. Το γλυπτό, που είχε φτιαχτεί από πέτρα και ατσαλόσυρμα από ειδικευμένο προσωπικό τής τεχνικής εταιρείας, υπό την επίβλεψη και με οδηγίες τού ίδιου τού Βαρώτσου, είχε αναρτηθεί από τη θολωτή οροφή τού κτιρίου τής νέας –την εποχή εκείνη– αίθουσας αναχωρήσεων εξωτερικού τού αερολιμένα «Μακεδονία». Όταν μερικά χρόνια αργότερα ο συγκεκριμένος χώρος ανακαινίστηκε και ανακατασκευάστηκε, το συγκεκριμένο γλυπτό (ένα από τα ελάχιστα σύγχρονα γλυπτά στη Θεσσαλονίκη) κυριολεκτικά εξαφανίστηκε, χωρίς να είναι γνωστό που μπορεί να βρίσκεται σήμερα – και σε ποια κατάσταση.

2 Άδοξη κατάληξη είχε και ο «Ορίζοντας» του ίδιου καλλιτέχνη, ο οποίος τοποθετήθηκε το 1990 (επί δημαρχίας Κωνσταντίνου Κοσμόπουλου), αρχικά στην πλατεία Αριστοτέλους και μερικά χρόνια αργότερα σε ένα παρτέρι στην πλατεία ΧΑΝΘ, δεξιά τής νοτιοδυτικής, κεντρικής εισόδου τής ΔΕΘ, σε ύψος περίπου 60εκ. (παρότι επρόκειτο για γλυπτό εδάφους). Επρόκειτο για ένα αντεστραμμένο, αμβλυγώνιο ισοσκελές τρίγωνο, φτιαγμένο από γυαλί και μέταλλο, απόλυτα συνεπές προς την τεχνοτροπία τού καλλιτέχνη, κατασκευασμένο για την αρχική του θέση (στην πλατεία Αριστοτέλους, μπροστά από τη θάλασσα και τη γραμμή τού ορίζοντα, με την οποία η δωδεκάμετρη αντεστραμμένη βάση τού τριγώνου έκανε ενδιαφέροντα οπτικά παιχνίδια). Στη θέση στην οποία μεταφέρθηκε, στην πλατεία ΧΑΝΘ, αυτή η οπτική «συνδιαλλαγή» χάθηκε – το γλυπτό τοποθετήθηκε πάνω σε βάθρο, χωρίς οποιαδήποτε οπτική επικοινωνία με τη θάλασσα και τον ορίζοντα, κρύβοντας μια ψηφιδωτή αναπαράσταση της πόλης τής Θεσσαλονίκης στο τοιχίο περίφραξης της Έκθεσης, αλλά και κρυπτόμενο από έναν τσιμεντένιο στύλο τής ΔΕΗ, έναν προβολέα και τα φυτά τού παρτεριού.

Η ληξιαρχική «πράξη θανάτου» τού «Ορίζοντα» γράφηκε πριν από περίπου έναν χρόνο, όταν το γλυπτό καταστράφηκε μετά από σχετική παράκληση του ίδιου τού καλλιτέχνη προς το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, καθώς διαπιστώθηκαν προβλήματα στατικότητας λόγω τής ελλιπούς (αν όχι ανύπαρκτης) συντήρησής του: «Δεν έγινε ποτέ συντήρηση, δεν βάφτηκε ποτέ και είδα ότι το έργο, μετά από 30 χρόνια, ήταν επικίνδυνο για τη δημόσια υγεία. Έδωσα εντολή και το έργο ξηλώθηκε. Στενοχωρήθηκα πάρα πολύ με τον ‘Ορίζοντα’, διότι ήμουν συναισθηματικά δεμένος μαζί του», είχε αναφέρει σχετικά ο Κώστας Βαρώτσος, μιλώντας στη δημοτική τηλεόραση TV100.

3 Το τρίτο επεισόδιο της «περιπέτειας» του Κώστα Βαρώτσου με τη δημόσια τέχνη στη Θεσσαλονίκη γράφηκε στο θαλάσσιο μέτωπο της πόλης. Η ιδέα προέβλεπε την τοποθέτηση του γλυπτού «Φιλία-Amicizia», ύψους 9μ., μέσα σε μιαν υδάτινη δεξαμενή στη Νέα Παραλία. Η διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου για την κατασκευή και τοποθέτηση του έργου, που θα αποτελούσε δωρεά τού επιχειρηματία Σταύρου Ανδρεάδη, έλαβε το «πράσινο φως» από το δημοτικό συμβούλιο. Η μελέτη προέβλεπε τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου και την τοποθέτηση του γλυπτού στην εξέδρα μπροστά από το ξενοδοχείο «Makedonia Palace», εκεί όπου παλιότερα βρισκόταν το «Φεγγάρι στην Ακτή», σε θέση εγκεκριμένη από τον συντονιστή τής Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας και Θράκης.

Η πρωτοβουλία προκάλεσε αντιδράσεις ως προς το σημείο όπου σχεδιαζόταν να τοποθετηθεί το έργο από τους «Φίλους τής Νέας Παραλίας», με τον αρχιτέκτονα Πρόδρομο Νικηφορίδη να υποστηρίζει ότι «οποιοδήποτε νέο στοιχείο οφείλει να σεβαστεί και να ενταχθεί στο περιβάλλον», εκτιμώντας ότι το εργοτάξιο που θα στηνόταν θα προκαλούσε αναστάτωση στον χώρο. Παράλληλα, ο κ.Νικηφορίδης έθετε θέμα ασφάλειας για κατοίκους και επισκέπτες, λόγω της μεγάλης υδάτινης δεξαμενής μέσα στην οποία θα βρισκόταν το γλυπτό.

Τελικώς –και μετά από σειρά αντιδράσεων που προκλήθηκαν–, ο Σταύρος Ανδρέαδης αποφάσισε στις αρχές τού 2019 να διαφοροποιήσει τη δωρεά του προς τον δήμο Θεσσαλονίκης και, αντί του γλυπτού, να αναλάβει τη συντήρηση δύο πάρκων στη Νέα Παραλία – συγκεκριμένα, του Κήπου των Γλυπτών και εκείνου της Μεσογείου. Κάπως έτσι, το μνημειακό γλυπτό «Φιλία-Amicizia» τού Κώστα Βαρώτσου ουδέποτε βρήκε τον δρόμο του προς την παραλία τής Θεσσαλονίκης.

Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ. Την πλέον περιπετειώδη, ίσως, πορεία απ’ όλα τα δημόσια γλυπτά στη Θεσσαλονίκη είχε το «Φεγγάρι στην Ακτή» του Παύλου Βασιλειάδη, μια μεταλλική, ανοξείδωτη εγκατάσταση ύψους περίπου τεσσάρων μέτρων. Τοποθετήθηκε πρώτη φορά μέσα στον Θερμαϊκό το 1995, με αφορμή τα «Δημήτρια» εκείνης της χρονιάς, στο ύψος όπου σήμερα βρίσκονται οι «Ομπρέλες» τού Ζογγολόπουλου. Τρία χρόνια αργότερα, το 1998, μεταφέρθηκε στη Σάνη, όπου παρέμεινε επί μία διετία, για να επιστρέψει το 2000 στα νερά τού Θερμαϊκού (αυτήν τη φορά στο ύψος τής πλατείας Αριστοτέλους).

Και αυτή όμως δεν έμελλε να είναι η οριστική του θέση: το 2007 «μετακομίζει» για έναν χρόνο στο Σεν Τροπέ, στη Γαλλία, για να ξαναγυρίσει το 2010 στην παραλία τής Θεσσαλονίκης, μπροστά από το «Makedonia Palace». Όλα αυτά ώς το 2016, όταν άγνωστοι βάνδαλοι το ξήλωσαν εν τω μέσω της νυκτός και το πέταξαν στον βυθό τής θάλασσας. Δύτες το ανέσυραν, αλλά, για να ξαναστηθεί, χρειάστηκε να περάσει από τον λαβύρινθο της ελληνικής γραφειοκρατίας – είναι χαρακτηριστικό ότι απαιτήθηκαν περίπου 40 υπογραφές από υπουργεία και υπηρεσίες στην προσπάθεια του δήμου για την επανατοποθέτησή του.

Η «οδύσσεια» του γλυπτού ολοκληρώθηκε στα μέσα Ιανουαρίου τού 2019, όταν, με χορηγία τού επιχειρηματία-δωρητή Σταύρου Ανδρεάδη, το «Φεγγάρι στην Ακτή» τού Βασιλειάδη βρήκε την οριστική του θέση στη θάλασσα, περίπου 40 μέτρα από την ακτή, όπως είχε σχεδιαστεί πριν από 23 χρόνια.

TO ART OR NOT TO ART? Όπως συνάγεται από την προϊστορία μας, αυτές οι πρώτες «καντρίλιες» με αφορμή την εγκατάσταση του γλυπτού «Meteoron» στο Πάρκο τής Γαλλίας δεν είναι ξένες προς την παράδοσή μας ως Θεσσαλονικέων. Αυτό που μάλλον μπορούμε να εικάσουμε με ασφάλεια είναι ότι το γλυπτό θα τοποθετηθεί, όπως σχεδιάζεται. Αυτό που θα θέλαμε να ελπίζουμε είναι ότι η τύχη του στον δημόσιο χώρο τής πόλης θα είναι καλύτερη από την αντίστοιχη άλλων έργων, τα οποία δεν έτυχαν της αποδοχής ή του σεβασμού των Θεσσαλονικέων. Οψόμεθα…

Προηγούμενο άρθροΗ τέχνη δεν γνωρίζει σύνορα
Επόμενο άρθροΜικρή εξομολόγηση

Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας χρησιμοποιούμε τεχνολογίες, όπως cookies, και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως διευθύνσεις IP και αναγνωριστικά cookies, για να προσαρμόζουμε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο με βάση τα ενδιαφέροντά σας. Κάντε κλικ παρακάτω για να συμφωνήσετε με τη χρήση αυτής της τεχνολογίας και την επεξεργασία των προσωπικών σας δεδομένων για αυτούς τους σκοπούς.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να διαβάσετε την Πολιτική απορρήτου.

Ρυθμίσεις Cookies

Παρακάτω μπορείτε να επιλέξετε ποια cookies θα επιτρέψετε σε αυτή την ιστοσελίδα. Πατήστε στην αποθήκευση ρυθμίσεων για να εφαρμόσετε την επιλογή σας.

ΛειτουργικάΗ ιστοσελίδα για να δουλέψει χρησιμοποιεί κάποια απαραίτητα λειτουργικά cookies.

ΣτατιστικάΗ ιστοσελίδα μας χρησιμοποιεί cookies για στατιστικούς σκοπούς, ώστε να μπορούμε να βελτιώσουμε το περιεχόμενο που σας προσφέρουμε.

Κοινωνικά ΔίκτυαΗ ιστοσελίδα μας χρησιμοποιεί cookies από τα κοινωνικά δίκτυα, ώστε να μπορούμε να σας δείξουμε περιεχόμενο από πλατφόρμες όπως το YouTube και το FaceBook. Αυτά τα cookies μπορεί να καταγράφουν τα προσωπικά σας δεδομένα.

ΔιαφημίσειςΗ ιστοσελίδα μας χρησιμοποιεί cookies για διαφημιστικούς σκοπούς, ώστε να μπορούμε να σας προσφέρουμε περιεχόμενο που σας ενδιαφέρει. Αυτά τα cookies μπορεί να καταγράφουν τα προσωπικά σας δεδομένα.

ΆλλαΗ ιστοσελίδα μας χρησιμοποιεί και ορισμένα cookies από υπηρεσίες που δεν εμπίπτουν στις παραπάνω κατηγορίες