fbpx
ΑρχικήPEOPLEΣυνεντεύξειςΟι Θεσσαλονικείς: Αλεξάνδρα Ανθίδου

Οι Θεσσαλονικείς: Αλεξάνδρα Ανθίδου

Διευθύντρια Μάρκετινγκ & Επικοινωνίας της Ένωσης «Οινοποιοί Βορείου Ελλάδος». Φωτογραφήθηκε την Τρίτη 5 Απριλίου στο «MyCava», στη Γεωργίου Παπανδρέου.

- Advertisment -
Πορτραίτα: Σάκης Γιούμπασης.

ΑΠΟ ΜΙΚΡΗ ΗΛΙΚΙΑ ΕΧΟΥΜΕ ΜΑΘΕΙ ΟΤΙ ΤΟ ΚΡΑΣΙ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ ΤΙΣ ΧΑΡΕΣ ΜΑΣ, ΤΙΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΤΑ ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΑ ΤΡΑΠΕΖΙΑ – ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΓΕΓΟΝΟΣ ΟΤΙ ΣΙΓΑ ΣΙΓΑ ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΑΙΡΝΕΙ ΟΛΟ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΜΕΡΙΔΙΟ ΣΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ ΜΑΣ. ΤΟ ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΟ ΔΙΝΕΙ Η ΝΕΟΛΑΙΑ, ΠΟΥ ΘΑ ΠΑΡΑΓΓΕΙΛΕΙ ΠΛΕΟΝ ΣΕ ΑΞΙΟΠΡΟΣΕΚΤΟ ΠΟΣΟΣΤΟ ΚΡΑΣΙ ΣΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ ΤΗΣ, ΣΤΟ ΜΠΑΡ ‘Η ΣΤΟ ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟ, ΑΛΛΑ ΘΑ ΠΑΡΕΙ ΚΑΙ ΜΙΑ ΦΙΑΛΗ ΚΡΑΣΙ ΓΙΑ ΚΑΠΟΙΑ ΜΑΖΩΞΗ ΣΕ ΣΠΙΤΙ.

Θα ήθελα να ξεκινήσω με μιαν ερώτηση που λαμβάνει έναυσμα από την επαγγελματική σας ιδιότητα ως διευθύντριας Μάρκετινγκ & Επικοινωνίας τής Ένωσης «Οινοποιοί Βορείου Ελλάδος». Πολύ συχνά στην υπόλοιπη χώρα η Θεσσαλονίκη ταυτίζεται με συγκεκριμένα πιάτα που έχουν γίνει «σήματα κατατεθέντα» της. Αν θα ήθελε κάποιος να συνδέσει τη Θεσσαλονίκη με ένα κρασί (ή και με περισσότερα), ποια πιστεύετε ότι θα ήταν η επιλογή;

Ερώτηση-πρόκληση! Ας το ψάξουμε… Θεσσαλονίκη, νύμφη τού Θερμαϊκού: λευκό. Λευκός Πύργος, Πύργος τού ΟΤΕ: λευκό. Θάλασσα-ουρανός-ορίζοντας: λευκό. Τα εμβληματικά πιάτα και γεύσεις – μύδια σαγανάκι, μπουγάτσα, κουλούρι, η γέμιση στα σαρμαδάκια και στους λαχανοντολμάδες, τραχανάς, μαντί, πατσάς, σαρδέλες, λουκουμάδες, τσουρέκι: λευκό. Ναι, νομίζω της πάει περισσότερο το λευκό, όμως όχι ένα οποιοδήποτε. Όχι κάτι ανάλαφρο και ευκολόπιοτο ούτε ένα αφρώδες φιγουρατζίδικο, αλλά ένα στιβαρό λευκό με «γεμάτο» σώμα, να πλημμυρίζει το στόμα από γήινα αρώματα, λίγη αλατότητα για το θαλασσινό αεράκι και μιαν ανεπαίσθητη νύξη από αγιόκλημα, νεράντζι και κακουλέ. Να έχει φινέτσα, νεύρο, αλλά και να αναδύει ωριμότητα. Άρα, να έχει κομψή οξύτητα και να έχει παλαιώσει σε βαρέλι.

Θα διάλεγα ένα Ξινόμαυρο λευκής οινοποίησης, blanc de noir (που σημαίνει «λευκό από μαύρο σταφύλι»). Μια πολυδιάστατη έκπληξη. Αυτή είναι και η Θεσσαλονίκη, αν τη γνωρίσεις: κάτι που δεν περιμένεις, αλλά σε κερδίζει με τις πτυχές, τα αρώματα, την ιστορία της, τα διαφορετικά, αλλά πάντοτε ντόμπρα πρόσωπα των πολιτών της.

Και χάρη σ’ εκείνα τα κοκκινωπά ηλιοβασιλέματα στο σούρουπο, που σε μελώνουν είτε τα παρακολουθείς από ψηλά, στα κάστρα, είτε από την παραλία ή ανάμεσα από τα περιγράμματα των πολυκατοικιών, θα έλεγα ότι της Θεσσαλονίκης θα της ταίριαζε κι ένα ροζέ κρασί. Το έντονο ροζέ τής δύσης τού ήλιου, που κρυφοκοκκινίζει δίχως να μπορεί να κρύψει τις πορτοκαλιές του ανταύγειες. Εξάλλου, μας χρειάζεται και κάποιο κρασί που να ταιριάζει με τα ονομαστά σουτζουκάκια αυτής της πόλης!

Πόσο εξοικειωμένος είναι ο Θεσσαλονικιός με την κουλτούρα τού κρασιού ως οργανικού στοιχείου μιας καθημερινής τελετουργίας απόλαυσης; Πόσο παρόν είναι το κρασί στις μικρές στιγμές τής ημέρας του;

Νομίζω ότι τα τελευταία δύο χρόνια με τους εγκλεισμούς στάθηκαν καταλυτικά σ’ αυτό. Στάθηκαν αφορμή για όλες και όλους εμάς να αγοράσουμε κρασί για το σπίτι, είτε μέσω των e-shops είτε από σούπερ μάρκετ και κάβες. Στο σπίτι το καταλαβαίνεις καλύτερα το κρασί… Αρχικά, θα ασχοληθείς για να το αποκτήσεις, θα ενημερωθείς, θα επιλέξεις την ποικιλία, το οινοποιείο, το στιλ. Ίσως σκεφτείς αν θα ταιριάξει με το φαγητό που ετοιμάζεις ή θα αναρωτηθείς με ποιο φαγητό θα ταίριαζε καλύτερα. Όταν κρατάς τη φιάλη στο χέρι σου, θα διαβάσεις την ετικέτα και έτσι πιθανώς να μπεις στη διαδικασία να γνωρίσεις τι σημαίνει ΠΟΠ ή ΠΓΕ ή να μάθεις να ξεχωρίζεις το όνομα μιας ποικιλίας από την ονομασία τού κρασιού. Κυρίως, θα γευτείς το περιεχόμενο με την ησυχία σου και θα το προσέξεις περισσότερο. Τότε θα αρχίσεις να αντιλαμβάνεσαι τα αρωματικά χαρακτηριστικά του, αλλά και τις δικές σου προτιμήσεις.

Από μικρή ηλικία έχουμε μάθει ότι το κρασί συνοδεύει τις χαρές μας, τις γιορτές, τα κυριακάτικα τραπέζια – και είναι γεγονός ότι σιγά σιγά τα τελευταία χρόνια παίρνει όλο και μεγαλύτερο μερίδιο στην καθημερινότητά μας. Το ελπιδοφόρο μήνυμα το δίνει η νεολαία, που θα παραγγείλει πλέον σε αξιοπρόσεκτο ποσοστό κρασί στο τραπέζι της, στο μπαρ ή στο εστιατόριο, αλλά θα πάρει και μία φιάλη κρασί για κάποια μάζωξη σε σπίτι.

Όταν καταλήξουμε να επιλέγουμε συνειδητά το κρασί που θα αγοράσουμε (και θα απολαύσουμε στη συνέχεια), γνωρίζοντας και λίγα βασικά πράγματα για το τι θα ταίριαζε καλύτερα κατά περίπτωση, τότε θα μπορούμε να μιλάμε για εξοικείωση. Επίσης, είναι σημαντικό να ανακαλύψουμε τα δικά μας γούστα, σύμφωνα με τους δικούς μας γευστικούς κάλυκες, τη δική μας καθημερινότητα, αλλά και τη δική μας οικονομική δυνατότητα.

Ιδιαίτερα βοηθούν σ’ αυτό οι οινικές εκδηλώσεις, οι εκθέσεις κρασιού (όπως είναι τα ΒορΟινά και ο Χάρτης των Γεύσεων), αλλά και οι διάφορες θεματικές γευσιγνωσίες που πραγματοποιούνται είτε από την ένωση «Οινοποιοί Βορείου Ελλάδος» είτε από τα ίδια τα σημεία εστίασης, τις κάβες και τους ιδιώτες.

Το χτίσιμο οινικής κουλτούρας χρειάζεται οπωσδήποτε τον χρόνο του. Δεν αρκεί να περιστρέφουμε το ποτήρι μας με το κρασί και να το φέρνουμε στη μύτη μας για να το μυρίσουμε, αναζητώντας τάχα τα αρώματά του. Απαιτούνται λίγη ενασχόληση, πειραματισμοί και ενημέρωση, όπως άλλωστε και σε ό,τι άλλο θέλουμε να εντρυφήσουμε. Η μόνη διαφορά στην περίπτωση του κρασιού είναι ότι αποτελεί μέρος τής κουλτούρας μας από την ίδια την ιστορία και τον πολιτισμό μας – απλώς, χρειάζεται να το αντιληφθούμε. Και κάτι ακόμη, ιδιαίτερα σημαντικό: η οινική κουλτούρα απαιτεί υπεύθυνη κατανάλωση – δεν νοείται απόλαυση με αλόγιστη, δίχως μέτρο κατανάλωση.

Στο πλαίσιο της δουλειάς σας, έρχεστε σε επαφή με πολύ κόσμο από την Ελλάδα και από το εξωτερικό. Αν σας ζητούσα να δώσετε πέντε «insider’s tips» σε κάποιον που δεν έχει βρεθεί ποτέ στη Θεσσαλονίκη, θα ήθελε όμως να την επισκεφθεί, ποια θα ήταν αυτά;

Θα πρότεινα να αγναντέψει την πόλη από την πλακόστρωτη βεράντα στη Μονή Βλατάδων, στα κάστρα, κάνοντας μια βόλτα στη γύρω περιοχή. Να περάσει από τη ρωμαϊκή αγορά και μετά από τις νεότερες – στην Άθωνος, στο Καπάνι και στα Άνω Λαδάδικα, ανάμεσα από τα ψαράδικα, τα κρεοπωλεία, τα μανάβικα, τα μπακάλικα και όλων των ειδών τα μαγαζιά. Να διασχίσει μέρος από τις κεντρικές οδούς Τσιμισκή και Εγνατία – δύο παράλληλοι δρόμοι και, ταυτόχρονα, δύο διαφορετικά σύμπαντα. Να επισκεφθεί τον αστικό αμπελώνα που βρίσκεται κάτω από το Καυτανζόγλειο στάδιο – τον δεύτερο αστικό αμπελώνα μετά από εκείνον στη Μονμάρτρη, στο Παρίσι.

Το σούρουπο να τον βρει στην παραλία. Να πάρει μιαν ανάσα μπροστά από το γλυπτό «Φεγγάρι» τού Παύλου Βασιλειάδη, που είναι τοποθετημένο μέσα στον Θερμαϊκό. Να φωτογραφηθεί κάτω από τις «Ομπρέλες» τού Ζογγολόπουλου. Να καμαρώσει το άγαλμα του παγκόσμια αναγνωρισμένου στρατηλάτη, του Μεγαλέξανδρου, έφιππου στον Βουκεφάλα. Να περπατήσει γύρω γύρω στον Λευκό Πύργο ή, ακόμη, να ανεβεί ώς το περιμετρικό ανοιχτό δώμα στον έκτο όροφο, για ανεπανάληπτη θέα τής δύσης, πλέον, του ήλιου, πίσω από τους γερανούς στο εμπορικό λιμάνι.

Ίσως δεν είναι και τόσο «insider’s tips» όσα έχω αναφέρει, όμως είμαι βέβαιη ότι κάθε επισκέπτης ή επισκέπτρια θα νιώσει μέσα από τις συγκεκριμένες διαδρομές το μεγαλείο αυτής της ιστορικής, πολυπολιτισμικής αιώνιας πόλης, που –ας μη ξεχνάμε– είναι μια μεγαλούπολη ήδη από την ίδρυσή της και καθ’ όλη τη διάρκεια των 2.338 ετών ζωής της.

Στον Μιχαήλ Άγγελο αποδίδεται η φράση «Δεν ένιωσα ποτέ λυτρωμένος στη φύση. Αγαπώ τις πόλεις περισσότερο από οτιδήποτε άλλο». Ποια είναι τα δικά σας αγαπημένα στέκια στη Θεσσαλονίκη; Σημεία και διαδρομές που προτιμάτε στην καθημερινότητά σας;

Ας ξεκινήσουμε από τα στέκια για φαγητό. Για ψαρικά, που πραγματικά λατρεύω, θα πω τη «Μούργα» ή τα «Δέκα Τραπέζια». Για κρεατικά, αλλά και για την κάβα της, την «Παλιά Αθήνα». Για συνδυασμό καλού φαγητού και εξαιρετικής λίστας κρασιού, τη «Μέθη». Για ένα σύντομο διάλειμμα με ένα ποτήρι κρασί, το «Blé Vin» ή το «Souel», ενώ για καφέ το «Valenio». Και, για να τιμήσω τον όρο «σεφ», το «Salonica Restaurant» με σεφ τον Σωτήρη Ευαγγέλου, ο οποίος με τη σειρά του τιμά αυτήν την πόλη τόσο με τη μαγειρική του όσο και έχοντας μεταβάλει το συγκεκριμένο εστιατόριο σε χώρο προσφοράς γνήσιας γαστρονομίας και ολοκληρωμένης φιλοξενίας.

Το αγαπημένο μου σημείο –και συχνά στέκι– είναι η προβλήτα 1, στο λιμάνι, με θέα την Παλιά Παραλία και τον Λευκό Πύργο. Όλο αυτό το σημείο τής πόλης με γαληνεύει, ξεκουράζει το μυαλό μου και μου προσφέρει την αίσθηση της σελίδας ενός βιβλίου που γυρίζει, για να ξεκινήσει μια νέα. Μου αρέσει που εκεί κάποιος μπορεί να ξαπλώσει σε παγκάκια-ανάκλιντρα ή πάνω στο ξύλινο ντεκ, μου αρέσει η θέα τής ελληνικής σημαίας που κυματίζει σε γερανό στο τέλος τής προβλήτας, ο φάρος στο βάθος, τα Μουσεία Κινηματογράφου και Φωτογραφίας, το Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης, κινηματογράφοι και χώροι εκδηλώσεων – όλα σε ένα σημείο. Περισσότερο όμως με χαροποιεί το γεγονός ότι εκεί μαζεύεται κόσμος για να χαλαρώσει, για πίκνικ, για παιχνίδια, για ρομαντζάδα ή απλώς για να απολαύσει έναν καφέ στο χέρι, ρεμβάζοντας. Θαρρείς και η προβλήτα 1 είναι το Χάιντ Παρκ τής Θεσσαλονίκης.

Αν μπορούσατε με έναν μαγικό τρόπο να αλλάξετε πέντε πράγματα στη Θεσσαλονίκη –σε αστικό περιβάλλον, υποδομές, νοοτροπία, ό,τι επιλέγετε εσείς–, ποια θα ήταν αυτά;

  1. Ας ξεκινήσουμε από κάτι απλό και καθημερινό. Δεν αντέχω τα αυθαίρετα γκράφιτι. Αυτά που τα συναντάς παντού και είναι ό,τι να ‘ναι – από μουντζούρες μέχρι μηνύματα τύπου «Σούλα, σε θέλω» ή «Σόρι που γράφω στον τοίχο, αλλά δεν με καλούν στα τοκ σόου», για να μη αναφέρω τις ασχημονίες. Κάδοι απορριμμάτων, στάσεις λεωφορείων, παγκάκια, πεζούλια, αγάλματα, μνημεία, ναοί, σχολεία, δημόσια κτίρια, κολώνες, γλάστρες, στόρια καταστημάτων και, κυρίως, τοίχοι – παντού γραμμένα. Το θεωρώ απαράδεκτο και, επίσης, θεωρώ απαράδεκτη την αδιαφορία τής Πολιτείας σ’ αυτό. Πιστεύω ωστόσο ότι είναι ένα κακό που εύκολα θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί. Λίγες περιπολίες σε κάποια γνωστά σημεία, μερικές συλλήψεις, τσουχτερά πρόστιμα και λίγη δημοσιότητα νομίζω ότι θα μπορούσαν να φέρουν άμεσο αποτέλεσμα.
  2. Χρειαζόμαστε επειγόντως πράσινο στην πόλη. Πάρκα που να προσφέρουν οξυγόνο, δροσιά και ανάπαυλα με ασφάλεια. Ανήκω στη μερίδα τού κοινού που θα ήθελε οι εγκαταστάσεις τού εκθεσιακού κέντρου τής Θεσσαλονίκης να λειτουργούν εκτός πόλης και στον σημερινό του χώρο να γίνει ένα μεγάλο πάρκο γεμάτο πράσινο, χωρίς μπετόν ή μαρμάρινες επιφάνειες. Δεν υπάρχει άλλος χώρος. Αυτή είναι η ευκαιρία μας.
  3. Η μετακίνηση των πολιτών – δηλαδή, το πάρκινγκ και η μαζική μεταφορά (προς το παρόν, μόνο τα λεωφορεία τού ΟΑΣΘ). Ως κάτοικος στο κέντρο τής πόλης –και μάλιστα σε πεζόδρομο– αντιμετωπίζω καθημερινή ταλαιπωρία γύρω από το συγκεκριμένο θέμα. Να το κινήσω το αυτοκίνητο, δεν έχω όμως πού να το βάλω, εκτός κι αν πληρώσω αδρά σε πάρκινγκ. Οι δωρεάν θέσεις στάθμευσης για κατοίκους μόνον ως ειρωνεία ακούγονται… Το να χρησιμοποιώ λεωφορείο καθημερινά έχει κάποια ταλαιπωρία, αν σκεφτεί κανείς ότι λεωφορεία που διασχίζουν την πόλη από τους κεντρικότερους δρόμους περνούν κάθε 25 λεπτά. Πιστεύω ότι το κέντρο θα πρέπει να αποκτήσει περιμετρικά αρκετά πάρκινγκ. Όσο για την τακτικότερη συγκοινωνία, νομίζω ότι είναι απολύτως αναγκαία. Τώρα που το σκέφτομαι, με αυτά τα δεκάλεπτα και τα εικοσάλεπτα που δεν επιστρέφονται ως ρέστα από τα μηχανήματα έκδοσης εισιτηρίων εντός των λεωφορείων θα έχει μαζευτεί ώς τώρα ένα ποσό που αρκεί για την απόκτηση όχι ενός οχήματος, αλλά ολόκληρου στόλου.
  4. Η εικόνα των αστέγων που έχουν εγκατασταθεί σε πεζοδρόμια και εισόδους πολυκατοικιών μάς θίγει όλους ως κοινωνία. Υπάρχει αστυνομία, δημοτική αστυνομία και, εν πάση περιπτώσει, ένα πλήθος δημοτικών και κρατικών υπαλλήλων που θα μπορούσαν να ελέγξουν αν πρόκειται όντως για αστέγους (επειδή σαφέστατα υπάρχουν μεταξύ τους «επαγγελματίες» και άστεγοι εκ πεποιθήσεως), να διώξουν όσους δεν είναι και από εκεί και πέρα ο μηχανισμός των αρχών να αναλάβει τη στέγαση των υπολοίπων μέσα από ένα πλαίσιο κοινωνικής πρόνοιας όπου θα μπορεί να τους δίνει στέγη με κάποιο αντάλλαγμα, όπως η προσφορά εργασίας.
  5. Για το τέλος, αφήνω τη νοοτροπία. Τη νοοτροπία τής αδιαφορίας των πολιτών για τα κοινά και της αγένειας στη συμπεριφορά προς τον συνάνθρωπο. Παρότι είναι πρωτίστως θέμα παιδείας, όπως όλοι γνωρίζουμε, πιστεύω ότι, σε επίπεδο κοινωνίας, οι αρχές κάθε τόπου –δήμος ή κοινότητα– θα μπορούσαν να βρουν τρόπους να διδάξουν, να προβάλουν, να νουθετήσουν.

Θεωρώ ότι όλα τα παραπάνω –και πολλά ακόμη που μας ταλανίζουν όλες και όλους καθημερινά στη ζωή μας– μπορούν να διορθωθούν και μάλιστα εύκολα. Θέληση, αποφασιστικότητα, προγραμματισμός και, κυρίως, εργασία χρειάζονται.

* Η συνέντευξη φιλοξενήθηκε στο έντυπο Citymag της 30.04.2022.

Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας χρησιμοποιούμε τεχνολογίες, όπως cookies, και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως διευθύνσεις IP και αναγνωριστικά cookies, για να προσαρμόζουμε τις διαφημίσεις και το περιεχόμενο με βάση τα ενδιαφέροντά σας. Κάντε κλικ παρακάτω για να συμφωνήσετε με τη χρήση αυτής της τεχνολογίας και την επεξεργασία των προσωπικών σας δεδομένων για αυτούς τους σκοπούς.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να διαβάσετε την Πολιτική απορρήτου.

Ρυθμίσεις Cookies

Παρακάτω μπορείτε να επιλέξετε ποια cookies θα επιτρέψετε σε αυτή την ιστοσελίδα. Πατήστε στην αποθήκευση ρυθμίσεων για να εφαρμόσετε την επιλογή σας.

ΛειτουργικάΗ ιστοσελίδα για να δουλέψει χρησιμοποιεί κάποια απαραίτητα λειτουργικά cookies.

ΣτατιστικάΗ ιστοσελίδα μας χρησιμοποιεί cookies για στατιστικούς σκοπούς, ώστε να μπορούμε να βελτιώσουμε το περιεχόμενο που σας προσφέρουμε.

Κοινωνικά ΔίκτυαΗ ιστοσελίδα μας χρησιμοποιεί cookies από τα κοινωνικά δίκτυα, ώστε να μπορούμε να σας δείξουμε περιεχόμενο από πλατφόρμες όπως το YouTube και το FaceBook. Αυτά τα cookies μπορεί να καταγράφουν τα προσωπικά σας δεδομένα.

ΔιαφημίσειςΗ ιστοσελίδα μας χρησιμοποιεί cookies για διαφημιστικούς σκοπούς, ώστε να μπορούμε να σας προσφέρουμε περιεχόμενο που σας ενδιαφέρει. Αυτά τα cookies μπορεί να καταγράφουν τα προσωπικά σας δεδομένα.

ΆλλαΗ ιστοσελίδα μας χρησιμοποιεί και ορισμένα cookies από υπηρεσίες που δεν εμπίπτουν στις παραπάνω κατηγορίες