Έκατσε σε ένα αυτοσχέδιο παγκάκι στην οδό Ρωμανού, στη Θεσσαλονίκη. Σάββατο 11 Ιουλίου 2026, ώρα εννέα το πρωί. Οι πλάτες μας ακουμπούσαν σε δικό του mural.
Φωτογραφίες, βιντεοσκόπηση: Σάκης Γιούμπασης.

Μικρό παιδί έπαιρνε το λεωφορείο από τα Βασιλικά, όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, και κατέβαινε στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Αγάπησε τον δρόμο — το χέρι του σχεδίαζε καλά, στην πορεία ξεκίνησε το γκράφιτι. Tο πρώτο του ταγκ (προσωπική υπογραφή) το έκανε σε ένα ρέμα στα Βασιλικά, τα επόμενα κοντά στη μητρόπολη. Η πόλη τότε (δηλαδή, πριν από 30 χρόνια) ήταν χωρισμένη σε «crews» (ομάδες του δρόμου). Χόρευαν μπρέικντανς, έβαφαν τοίχους, άκουγαν τις ρίμες των φίλων τους: «Ό,τι έχουμε είμαστε εμείς από τα Βόρεια Αστέρια» απαντά, όταν τον ρωτάω ποιο τραγούδι ήταν το σάουντρακ εκείνης της εποχής. Μιλάει γρήγορα, λέξεις σε fast forward. Κάποια στιγμή δυσκολευόμουν να ακολουθήσω τον ρυθμό.
«Επειδή δεν τα πάω καλά με τον λόγο, μου αρέσει πιο πολύ να εκφράζομαι με το έργο. Το γκράφιτι με βοήθησε να βγω από το καβούκι μου, να συνομιλώ με τον περαστικό» λέει. Μετά τα ταγκς ήρθαν μεγαλύτερα έργα, οι σπουδές στο ΙΕΚ Γραφιστικής και στη Σχολή Καλών Τεχνών, τα murals σε μεγάλες πόλεις, οι εκθέσεις στο εξωτερικό, η αναγνώριση. Τότε, ήταν η αδρεναλίνη του δρόμου. Να μην τον πιάσουν, να μην του την πέσουν. Τώρα, η αδρεναλίνη από τη δυσκολία των έργων στα κτήρια. Εκτεθειμένος στον καιρό, στο ύψος, στους περαστικούς που μπορεί να τον κλέψουν. «Στην πορεία ήρθαν κρίσεις πανικού πάνω στον γερανό ή στη σκαλωσιά», μαρτυρά. Άλλαξε και ο τρόπος που βλέπει τα πράγματα. Παλαιότερα ήταν ο εγωισμός του να δηλώσει με την προσωπική του σφραγίδα «παρών». Σήμερα ενδιαφέρεται για την αισθητική, για να αναβαθμίσει το αστικό τοπίο, να προκαλέσει σκέψεις στους περαστικούς.
Δουλεύει και σε μικρή επιφάνεια — συγκεκριμένα, σε χαρτάκια post-it (μάλιστα, εξέδωσε κι ένα βιβλίο με 200 από τα 1.200 σκίτσα του). «Αυτόματη γραφή τηλεφώνου. Είχα έναν πολύ αργό υπολογιστή και ζωγράφιζα στην αναμονή». Αναρωτιέμαι φωναχτά αν τα ιερά για τους γκραφιτάδες ταγκς μπορεί να θεωρούνται αστική ρύπανση από κάποιους άλλους. Απαντά ψύχραιμα, αλλά όχι διπλωματικά: «Θα μπορούσε να υπάρχει ένα όριο, π.χ. όχι σε μαγαζιά, αλλά και πάλι τους καταλαβαίνω».
Με βάση του τη Θεσσαλονίκη, πλέον γυρίζει όλο τον κόσμο, συμμετέχει σε δύο φεστιβάλ γκράφιτι και προσπαθεί να βιοποριστεί από την τέχνη του, παρά τις δυσκολίες. Επέλεξε τη Θεσσαλονίκη, αλλά κι εκείνη τον ίδιο.
Κυκλοφορεί στους δρόμους της, αγαπά την υγρασία της και το μυαλό του τρέχει στο επόμενο έργο. Και πού και πού ψιθυρίζει: «Μην περιμένεις θαύματα να σωθείς, όχι, εδώ τη μοίρα μας τη γράφουμε εμείς, ναι».
Δείτε τη συζήτηση του Citymag με τον εικαστικό και graffiti artist Apset εδώ:
Ιστορίες ζωής από γνωστούς κι αγνώστους. Χωρίς φίλτρο. Κάθε μήνα. Στο παγκάκι.









