
Θέλω να μοιραστώ μαζί σας ορισμένες σκέψεις με αφορμή την αυριανή (23.01.2026) υπογραφή της σύμβασης ανάθεσης του έργου κατασκευής του Μουσείου Ολοκαυτώματος μεταξύ της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης και της ΜΕΤΚΑ, η οποία επικράτησε των υπολοίπων εταιρειών που συμμετείχαν στον σχετικό διαγωνισμό, αναλαμβάνοντας να υλοποιήσει μέσα στην επόμενη διετία ένα έργο αξιοσημείωτων τεχνικών απαιτήσεων.
Η ανέγερση του Μουσείου Ολοκαυτώματος δεν είναι απλώς ακόμη ένα πολιτιστικό έργο. Δεν είναι ακόμη μία προσθήκη στον χάρτη της πόλης. Είναι μια πράξη ηθικής αποκατάστασης. Μια καθυστερημένη, αλλά αναγκαία «συγγνώμη» προς μια κοινότητα την οποία η πόλη όχι μόνο δεν προστάτευσε, αλλά σε κρίσιμες στιγμές πρόδωσε.
Η Θεσσαλονίκη υπήρξε κάποτε μια κατεξοχήν εβραϊκή πόλη. Μια μητρόπολη σεφαραδίτικου πολιτισμού, μνήμης, γλώσσας και εμπορίου. Κι όμως: όταν ήρθε η ώρα της μεγάλης δοκιμασίας, η απουσία υπήρξε εκκωφαντική. Απουσία αντίστασης, απουσία προστασίας, απουσία συλλογικής ντροπής. Οι άνθρωποι χάθηκαν — και μαζί τους χάθηκε και η θέληση της πόλης να θυμάται.
Το Ολοκαύτωμα δεν τελείωσε με τα τρένα. Συνεχίστηκε στη σιωπή που ακολούθησε. Στη βιασύνη να χτιστεί η «επόμενη μέρα» πάνω σε κατεδαφισμένα νεκροταφεία. Στην άρνηση να ειπωθούν τα ονόματα. Στη μετατροπή μιας γενοκτονίας σε υποσημείωση της ιστορίας. Η πόλη ευεργετήθηκε υλικά από την εξαφάνιση της εβραϊκής της κοινότητας — και για δεκαετίες απέφυγε να το κοιτάξει αυτό κατάματα.
Γι’ αυτό, το μουσείο δεν είναι μνημείο μόνο για τους νεκρούς. Είναι καθρέφτης για τους ζωντανούς. Μας υποχρεώνει να αναγνωρίσουμε ότι η ιστορία της πόλης δεν είναι μόνον ηρωική ούτε μόνον ένδοξη. Είναι και επώδυνη. Και η ωριμότητα μιας κοινωνίας δεν μετριέται από τα κατορθώματά της, αλλά από την ειλικρίνεια με την οποία αντιμετωπίζει τα λάθη της.
Η ανέγερσή του αποτελεί οφειλόμενη αναγνώριση όχι απλώς του εγκλήματος των ναζί, αλλά και της δικής μας μεταπολεμικής αμέλειας. Είναι μια δημόσια παραδοχή ότι η λήθη δεν ήταν ουδέτερη αλλά ενεργή στάση. Και ότι χωρίς μνήμη δεν υπάρχει δικαιοσύνη, χωρίς δικαιοσύνη δεν υπάρχει συμφιλίωση.
Αν η Θεσσαλονίκη θέλει πραγματικά να λέγεται πολυπολιτισμική, ανοιχτή, ευρωπαϊκή, οφείλει πρώτα να σταθεί μπροστά σ’ αυτήν την πληγή χωρίς υπεκφυγές. Το Μουσείο Ολοκαυτώματος δεν μας βαραίνει· μας θεμελιώνει. Δεν μας κατηγορεί· μας καλεί να αναλάβουμε ευθύνη. Να πούμε επιτέλους: «Ξέρουμε, θυμόμαστε, δεν θα ξανακάνουμε ότι δεν είδαμε».
Επειδή τότε μόνον η μνήμη παύει να είναι βάρος και γίνεται πράξη ανθρωπιάς. Και τότε μόνον η πόλη μπορεί να κοιτάξει το μέλλον χωρίς να χρωστάει άλλο στο παρελθόν της.







