
Η έναρξη των έργων πεζοδρόμησης στην υπόλοιπη οδό Αγίας Σοφίας δεν είναι απλώς ακόμη μία εργολαβία στον αστικό χάρτη της Θεσσαλονίκης. Είναι μια μικρή αλλά κρίσιμη δήλωση προθέσεων για το ποια πόλη θέλουμε και, κυρίως, για ποιον τη θέλουμε.
Η πεζοδρόμηση αποκτά πραγματικό νόημα μόνον όταν εντάσσεται σε ένα μεγαλύτερο αφήγημα. Και αυτό το αφήγημα σήμερα γράφεται ταυτόχρονα με την ανάπτυξη του μετρό και τη σταδιακή —έστω, βασανιστικά αργή— βελτίωση των συγκοινωνιών. Επειδή κανένας πεζόδρομος δεν μπορεί να σταθεί μόνος του όπως και κανένα μετρό δεν αρκεί, αν στην επιφάνεια επικρατεί ακόμη το χάος του Ι.Χ.
Η Αγίας Σοφίας είναι ένα συμβολικό παράδειγμα. Ένας άξονας που ενώνει ιστορικά, εμπορικά και κοινωνικά κομμάτια της πόλης. Όταν παραδίδεται στον πεζό, δεν αφαιρείται χώρος από την κυκλοφορία· επιστρέφεται χώρος στην καθημερινότητα. Δημιουργείται συνέχεια, ανάσα, χρόνος. Ο δρόμος παύει να είναι διάδρομος διέλευσης και γίνεται τόπος παραμονής.
Σε μια πόλη πυκνή, με μικρές αποστάσεις και έντονη ζωή στο «ισόγειο», η πεζοδρόμηση είναι εργαλείο βιωσιμότητας, όχι αισθητικής πολυτέλειας. Μειώνει ρύπους και θόρυβο, ενισχύει το τοπικό εμπόριο, κάνει τον δημόσιο χώρο πιο ασφαλή και πιο δημοκρατικό. Και, κυρίως, αλλάζει συμπεριφορές. Όταν ξέρεις ότι μπορείς να φτάσεις γρήγορα με μετρό ή λεωφορείο και να κινηθείς άνετα με τα πόδια, το αυτοκίνητο παύει να είναι μονόδρομος.
Το κρίσιμο σημείο είναι ο συνδυασμός. Πρώτα δίνεις αξιόπιστες εναλλακτικές μετακίνησης και μετά απελευθερώνεις τον χώρο. Όχι τιμωρώντας, αλλά πείθοντας. Όχι με απαγορεύσεις, αλλά με ποιότητα ζωής. Έτσι χτίζονται οι βιώσιμες πόλεις: με δίκτυα που συνεργάζονται και με δρόμους που θυμίζουν ότι η πόλη είναι, πριν απ’ όλα, ανθρώπινη υπόθεση.
Αν η πεζοδρόμηση της Αγίας Σοφίας πετύχει, δεν θα είναι επειδή στρώθηκε ωραίο δάπεδο. Θα είναι επειδή λειτούργησε ως πρόβα για κάτι μεγαλύτερο: μια Θεσσαλονίκη που περπατιέται, συνδέεται και αναπνέει. Και αυτό σήμερα δεν είναι απλώς επιθυμητό. Είναι απολύτως αναγκαίο.







