
Παρακολούθησα σήμερα το πρωί στην ΕΡΤ 3 τον διευθυντή Λειτουργίας και Συντήρησης του μετρό Θεσσαλονίκης. Όπως εξήγησε, τα έσοδα για την εταιρεία διαχείρισης του μέσου ήταν αυξημένα κατά περισσότερο από ένα εκατομμύριο ευρώ με την καθιέρωση του εισιτηρίου μίας διαδρομής τον Δεκέμβριο (παρότι ο μήνας δεν ήταν ακέραιος, καθώς οι συρμοί άρχισαν να επανακυκλοφορούν από τις 8 του μήνα, και παρότι η κίνηση τις ημέρες των εορτών δεν είχε κανονικότητα).
Υπενθυμίζω ότι η κατάργηση της περιόδου ισχύος του εισιτηρίου για 70 λεπτά της ώρας από την πρώτη του θεώρηση (κάτι που, πρακτικά, επέτρεπε να το χρησιμοποιήσεις για περισσότερα από ένα δρομολόγια) ήρθε ως αντίδραση του υπουργείου Μεταφορών σε έναν ακτιβισμό που ενθάρρυνε τους χρήστες του μετρό να αφήνουν τα χρησιμοποιημένα εισιτήριά τους στις κυλιόμενες σκάλες στις εισόδους και εξόδους των σταθμών, ώστε να επαναχρησιμοποιούνται από επιβάτες χωρίς χρέωση (με τη συνακόλουθη αναντιστοιχία μεταξύ επιβατών και εσόδων για τη διαχειρίστρια εταιρεία).
Ο ακτιβισμός, ως στάση ζωής και ως δημόσια πράξη, γεννήθηκε από την ανάγκη να δοθεί φωνή σε όσους δεν έχουν. Στη σύγχρονη εκδοχή του, όμως, συχνά μετατρέπεται σε κάτι πιο πρόχειρο, πιο παρορμητικό, πιο «τυχαίο». Σε έναν ακτιβισμό χωρίς βάθος, χωρίς στρατηγική και, κυρίως, χωρίς επίγνωση των συνεπειών του. Και εδώ ακριβώς αρχίζει το παράδοξο: ο τυχαίος ακτιβισμός δεν αποτυγχάνει απλώς να φέρει την αλλαγή που επιδιώκει· συχνά παράγει το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα.
Ο πρώτος κίνδυνος του τυχαίου ακτιβισμού είναι η απλοποίηση. Πολύπλοκα κοινωνικά, πολιτικά ή ιστορικά ζητήματα συμπυκνώνονται σε αναρτήσεις των 140 χαρακτήρων, σε hashtags και σε κραυγές ηθικής αγανάκτησης. Όταν όμως η πραγματικότητα απογυμνώνεται από τις αποχρώσεις της, τότε δεν φωτίζεται — παραμορφώνεται. Η κοινωνία δεν πείθεται από την κραυγή· αμύνεται απέναντί της. Και ο ακτιβισμός, που θα έπρεπε να ανοίγει ρωγμές στον δημόσιο διάλογο, καταλήγει να τον σφραγίζει.
Ο δεύτερος κίνδυνος είναι η ηθική αυταρέσκεια. Ο τυχαίος ακτιβιστής συχνά ενδιαφέρεται περισσότερο να δηλώσει «παρών» παρά να είναι ουσιαστικά χρήσιμος. Η πράξη του δεν στοχεύει τόσο στην αλλαγή όσο στην αυτοεπιβεβαίωση: να αποδείξει ότι βρίσκεται «στη σωστή πλευρά της Ιστορίας». Έτσι, ο αγώνας μετατρέπεται σε προσωπικό branding και η συλλογική διεκδίκηση σε ατομική επίδειξη. Το αποτέλεσμα είναι μια κοινωνία πιο κυνική, που αντιμετωπίζει κάθε μορφή ακτιβισμού με δυσπιστία, θεωρώντας τον θέατρο και όχι πράξη.
Υπάρχει, επίσης, το φαινόμενο της αντισυσπείρωσης. Όταν η διαμαρτυρία γίνεται επιθετική, αδιάκριτη ή άκριτη, ενισχύει εκείνους που υποτίθεται ότι πολεμά. Ο αυθαίρετος ακτιβισμός προσφέρει στους αντιπάλους του το τέλειο άλλοθι: «Να οι υπερβολικοί», «Να οι φανατικοί», «Να οι ακραίοι». Έτσι, αντί να απονομιμοποιεί τις προβληματικές πρακτικές ή τις άδικες πολιτικές, τις θωρακίζει. Δημιουργεί στρατόπεδα εκεί όπου θα μπορούσαν να υπάρξουν γέφυρες.
Τέλος, ο τυχαίος ακτιβισμός κουράζει. Η συνεχής, άναρχη κινητοποίηση για τα πάντα ισοπεδώνει το αίσθημα του επείγοντος. Όταν όλα παρουσιάζονται ως «το απόλυτο κακό» και «η ύστατη μάχη», τότε τίποτα δεν ξεχωρίζει πραγματικά. Η κοινωνία μουδιάζει, αποσύρεται, αποσυνδέεται. Και οι πραγματικά κρίσιμες στιγμές χάνονται μέσα στον θόρυβο.
Ο ακτιβισμός δεν είναι αντανακλαστικό· είναι ευθύνη. Απαιτεί γνώση, υπομονή, συνέπεια και —κυρίως— την ταπεινότητα να κατανοήσεις ότι οι καλές προθέσεις δεν αρκούν. Όταν η δράση δεν συνοδεύεται από σκέψη, τότε η αλλαγή δεν έρχεται. Αντίθετα, η ακινησία βαθαίνει, οι αντιστάσεις σκληραίνουν και το αίτημα που γεννήθηκε για να ενώσει, καταλήγει να διχάζει.
Ίσως, τελικά, ο πιο ριζοσπαστικός ακτιβισμός σήμερα να μην είναι η αυθόρμητη κραυγή, αλλά η συνειδητή σιωπή πριν από τη σωστή λέξη και την κατάλληλη πράξη.







