
Η γαστριμαργική περιπλάνηση στη Θεσσαλονίκη σε οδηγεί λίγα στενά πιο πέρα από την Αγία Σοφία, εκεί όπου ένα στενό δρομάκι (στον αριθμό 18 της Καπετάν Πατρίκη), που μοιάζει να χωρά ιστορίες και αρώματα περισσότερα απ’ όσα δείχνει, μια άλλη κουζίνα, παλιά και ταξιδεμένη, έχει ριζώσει εδώ και 25 χρόνια. Το Nargis δεν είναι απλώς ένα ινδικό εστιατόριο· είναι μια όαση όπου οι μυρωδιές της Ανατολής κυριαρχούν και, σαν αόρατο νήμα, «πλέκουν» τη γεύση με την ιστορία, τη θύμηση με την καθημερινότητα.
Ανοίγοντας την πόρτα, σε υποδέχεται η πλούσια μοσχοβολιά του κοτόπουλου ταντούρι, που σου φέρνει αμέσως την Ινδία στο πιάτο. Στον αέρα ανακατεύονται η κανέλα και το μοσχοκάρυδο, ενώ το κάρδαμο και το κύμινο απλώνονται σαν πέπλο που σκεπάζει τις αισθήσεις. Κάθε μπουκιά στο Nargis είναι μια τελετουργία: τα ρεβίθια και το νταλ με κόκκινες φακές, το κοτόπουλο ταντούρι, το αρνάκι με λαχανικά και κορμά χορεύουν ανάμεσα σε γλυκές και πικάντικες νότες και οι λογής λογής σούπεςζεσταίνουν το μέσα σου. Όλα συνοδευμένα από τον «βασιλιά» του τραπεζιού, το ρύζι, και τη μπίρα από την Ινδία, που έρχεται σαν δροσερή ανάσα για εκείνους που τολμούν ακόμη και τις «mild» καυτερές γεύσεις, οι οποίες εδώ δεν είναι ποτέ απλές και απαλές — έχουν ένταση και γεύση ινδική.
Τα πιο ταπεινά πιάτα κρύβουν, όμως, τις πιο έντονες αναμνήσεις: η σαμόσα με κοτόπουλο, τραγανή και μυρωδάτη, το πακόρα, ζεστό και γεμάτο καρύκευμα, οι λογής λογής σούπες και οι σαλάτες με φρέσκα λαχανικά, το νάαν με σκορδοβούτυρο, που ξεχειλίζει αρώματα και ξεσηκώνει τον ουρανίσκο.

Ο Σατζάλ Χαν, ο σεφ, που ήρθε στην Ελλάδα από τη Δυτική Βεγγάλη λίγο πριν από την ενηλικίωσή του, ανακατεύει τις κατσαρόλες με ηρεμία και ακρίβεια. Κάθε μπουκιά είναι κι ένα ταξίδι, κάθε άρωμα και μια ιστορία.
Το Nargis γεννήθηκε γύρω στο 2002–2003 από τον Διογένη Καμάρη, έναν Έλληνα που, έχοντας ταξιδέψει αμέτρητες φορές στην Ινδία, μαγεύτηκε από τα χρώματα και τις μυρωδιές της. Ο Μοσάραφ Χαν, σεφ από το Μπαγκλαντές με εμπειρία στις Μαλδίβες και βλέμμα ήρεμο σαν μπαχαρικό που γράφει ιστορίες χωρίς λέξεις, έγινε ο θεμέλιος λίθος αυτής της γεύσης. Ο Μοσάραφ μαγείρευε για το Nargis μέχρι το 2022, παραδίδοντας στη συνέχεια την κουζίνα στα παιδιά του και τον αδελφό του. Ο θείος τους είναι τώρα ο ιδιοκτήτης, η καρδιά της οικογένειας ωστόσο χτυπά μέσα στις κατσαρόλες, τις σάλτσες και τα αρωματικά μείγματα. Ο Χαν «ζυγίζει» τις γεύσεις και τις καυτερές νότες, για να ξαναζωντανέψει το ίδιο πάθος που είχε ο πατέρας του.
«Ρωτάμε πάντοτε πώς το θέλουν: δυνατό, μέτριο ή ελαφρύ;», λέει. Τα πιάτα ολοκληρώνονται μετά την παραγγελία, για να ταιριάζουν ακριβώς στην επιθυμία κάθε πελάτη. Γι’ αυτό και το Nargis έχει καλλιεργήσει σχέσεις που μετριούνται σε γενιές: «Τώρα έρχονται τα εγγόνια και μας λένε ιστορίες από τότε που οι παππούδες τους έρχονταν εδώ», λέει με τη χαρά αποτυπωμένη στο πρόσωπό του.
Το Nargis δεν είναι απλώς φαγητό. Είναι η Ινδία μέσα σε μια πόλη που ξέρει να αγαπά τις ιστορίες, τις μυρωδιές και τα μπαχαρικά.









