
Διδάκτορας της δημιουργικής γραφής, μελετητής της μυθοπλασίας μυστηρίου, δημιουργός της Gamecraft, εμψυχωτής διαδραστικών παραστάσεων μυστηρίου, επιμελητής βιβλίων και υπεύθυνος της σειράς Fedora (που περιλαμβάνει και τους τρεις τόμους «Θεσσαλονίκη νουάρ»), ο Αλέξανδρος Μυροφορίδης έχει γράψει το πρώτο βιβλίο για τη λογοτεχνική πλοκή στην ελληνική γλώσσα. «Η πλοκή στη δημιουργική γραφή» δεν διατρέχει μόνο θεωρητικά και ιστορικά αυτό που είναι η πλοκή σε ένα πεζογραφικό σύμπαν, αλλά στηρίζει και τους συγγραφείς τη στιγμή που κάνουν τις κρίσιμες αφηγηματικές επιλογές τους.
Πολύ φοβάμαι ότι έχουμε μια σειρά από λανθασμένες αντιλήψεις για τη λογοτεχνική πλοκή. Μήπως θα μπορούσες να μας δώσεις έναν συνοπτικό ορισμό για το τι τελικά είναι;
Όλοι αντιλαμβανόμαστε την πλοκή ως την επινοημένη και επιλεγμένη αλληλουχία γεγονότων που συνθέτουν μια αφηγημένη ιστορία, όπως οι συγγραφείς επιθυμούν να την παρουσιάσουν στους αναγνώστες. Είναι σωστή η αντίληψη, αλλά δεν αρκεί μόνον αυτό για να την περιγράψει. Η πλοκή —και, ακόμα πιο κατανοητά, η περιπλοκή καταστάσεων— εμπεριέχει και συναπαρτίζεται από ποσοτικά και ποιοτικά στοιχεία της συγγραφής, όπως ο τρόπος αφήγησης (με βάση τις θεωρήσεις της σύγχρονης αφηγηματολογίας), η επιλογή των χαρακτήρων, η διατήρηση της αιτιότητας στην αφήγηση, η γλώσσα, το ύφος, τα πραγματολογικά στοιχεία, για να τονίσουμε ορισμένα μόνον από αυτά.
Για να περιπλέξει τις καταστάσεις, να προκαλέσει ερωτήματα που αναζητούν απαντήσεις, να χειριστεί τη δραματική ένταση, ο συγγραφέας έχει ανάγκη από έναν ενορχηστρικό μηχανισμό που θα λειτουργεί ακάματα και παρασκηνιακά, εκμεταλλευόμενος το πλήρες γλωσσικό και γνωστικό υπόβαθρο του συγγραφέα. Η πλοκή είναι μηχανισμός εκδήλωσης της περιπλοκής καταστάσεων, δεν είναι απολύτως μετρήσιμη, όπως τα χαρακτηριστικά ενός πρωταγωνιστή ή ενός σκηνικού. Βασίζεται όμως στη συνοχή και τα διακεκριμένα όρια, εκμεταλλευόμενη την ελάχιστη δομική παράμετρο κατά το δοκούν.
Σε ένα απλό παράδειγμα με όρους μαγειρικής, δεν είναι ούτε αποκλειστικά η συνταγή αλλά ούτε και τα συστατικά της — αυτά τα δύο επιλέγονται στην αρχική διαδικασία της δόμησης ενός κειμένου. Είναι η παρουσίαση της εκτέλεσής της: όταν προσθέτουμε το συστατικό, το «μαγειρεύουμε» συγκεκριμένο χρόνο, το αναμειγνύουμε με το επόμενο συστατικό στην κατάλληλη στιγμή κοκ., όλα σε μια σχετική και συναφή αλυσίδα δράσεων, με επιδίωξη το επιθυμητό αισθητικό αποτέλεσμα.

Πλοκή έχουν η πεζογραφία, ένα κινηματογραφικό σενάριο, ένα θεατρικό έργο… Σε κάποιες περιπτώσεις, μπορεί να έχουμε πλοκή ακόμη και σε ένα μεγάλο σε έκταση αφηγηματικό ποίημα. Αυτές τις πλοκές τις διέπουν οι ίδιοι κανόνες;
Σε γενικές γραμμές, το σκεπτικό της «πλέξης» των καταστάσεων παραμένει το ίδιο, ακολουθώντας, προφανώς, τους κανόνες συγγραφής κάθε φόρμας. Σε άλλη φόρμα η εντύπωση, η έκπληξη, ο συμβολισμός, η νοηματική απόδοση, ο αντίκτυπος των δηλώσεων και των δράσεων των χαρακτήρων πρέπει να είναι άμεσος —όπως, π.χ., στο διήγημα—, ενώ σε άλλη να βασίζεται περισσότερο στη γλώσσα και τη μίμηση (θέατρο) ή να στηρίζεται στην οπτικοποίηση του κειμένου, στην οπτική απόδοσή του (κινηματογράφος, τηλεόραση).
Τα ίδια ισχύουν και σε ένα αφηγηματικό ποίημα — ίσως αυτή η υβριδική μορφή κειμένου να προσφέρει πρόσθετες δυνατότητες στην τεχνική του συγγραφέα και, συνεπώς, στη δεινότητα σχεδιασμού μιας περιπλοκής. Οποιαδήποτε αφήγηση, εκμεταλλευόμενη λιγότερο ή περισσότερο τις ιδιαιτερότητές της, δύναται να περιπλέξει και εν συνεχεία να λύσει, προσφέροντας πολλαπλά θετικά πρόσημα στην ανάγνωση, τη θέαση, την ακρόαση, τη διάδραση.
Ας μείνουμε στην αγαπημένη μας πεζογραφία. Είναι αδύνατον ένα αστυνομικό μυθιστόρημα να υπάρξει χωρίς πλοκή. Ένα έργο, όμως, του μοντερνισμού; Η κυρία Ντάλογουέι της Γουλφ ή ο Οδυσσέας του Τζόυς έχουν πλοκή;
Με ρωτούν αν ένας χαρακτήρας που παραμένει αδρανής, χωρίς την παραμικρή δράση ή αντίδραση σε όσα συμβαίνουν γύρω του, αποτυπώνει μια ιστορία με πλοκή. Εγώ θα απαντούσα «ναι». Ο λόγος για εμένα είναι ξεκάθαρος — για μια περιπλοκή κατάστασης δεν αρκούν μόνον όσα πράττει ένας χαρακτήρας, χρειάζονται και όσα δεν πράττει: η αδράνειά του και η έλλειψη τριβής υποβοηθούν την περιπλοκή της κατάστασης, αλλά ταυτόχρονα και την πρόοδό της. Έχουμε δράμα χωρίς να έχουμε δράση.
Η αδράνεια του Άργου, του πιστού σκύλου του Οδυσσέα, αμέσως μετά την αναγνώριση του αφεντικού του, είναι ένα ενδεικτικό παράδειγμα. Περιπλοκή εντοπίζεται σε σκέψεις του χαρακτήρα (ενδεχομένως το αποτέλεσμα μιας εσωτερικής σύγκρουσης — ακρογωνιαίος λίθος της πλοκής, οι συγκρούσεις σε όλες τις εκδοχές τους), αλλά και σε φαινόμενα και συμβάντα που δεν εμπλέκουν ανθρώπους (καιρικά φαινόμενα, στοιχείο υπερφυσικού κτλ.). Ο Σέπτιμους Ουόρρεν Σμιθ στο μυθιστόρημα της Γουλφ φτάνει μέχρι την αυτοκτονία, έρμαιο της μετατραυματικής διαταραχής του. Προσπαθούμε να εντοπίσουμε μια κεντρική πλοκή παρακολουθώντας το παρόν και το παρελθόν της Κλαρίσσα — δεν είναι υποχρεωτικό να υπάρχει ή, έστω, να είναι ευδιάκριτη.
Το μυθιστόρημα που αναφέρθηκε, ένα έργο του μοντερνισμού, το οποίο —με βάση τα λεγόμενα της συγγραφέως— γράφτηκε χωρίς ιδιαίτερη έμφαση στην πλοκή του, περνάει από μια σειρά γεγονότων και από μια σειρά μονολόγων που στοχεύουν σε ένα χρονικό, ένα μωσαϊκό όσων συνέβησαν και όσων συμβαίνουν στην κοινωνική, πολιτική συνθήκη και περιβάλλον της Κλαρίσσα και των υπολοίπων χαρακτήρων, με πανανθρώπινες νοηματοδοτήσεις μέσω διάσπαρτων πυρήνων περιπλοκής.
Σε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, η περιπλοκή κατάστασης είναι δεδομένη, ξεκάθαρη και αποτελεί τη ζωοδόχο πηγή της αφηγημένης ιστορίας. Διερευνούμε το έγκλημα —οποιασδήποτε μορφής— που προηγήθηκε και αναμένουμε την απόδοση δικαιοσύνης στο παρόν της αφήγησής μας. Έχουμε θεμελιώδη, για την ιστορία, πλοκή.
Υπάρχει στ’ αλήθεια το αφηγηματικό δίλημμα «πλοκή ή χαρακτήρες»;
Δεν θα έπρεπε να υπάρχει κανένα δίλημμα, ειδικά σε δύο παραμέτρους του κειμένου που επιβάλλεται να συνυπάρχουν και να αλληλοεπιδρούν. Εκείνο που συναντάμε είναι διάλογος γύρω από τον πρωταγωνιστικό ρόλο τους.
Πολύ φοβάμαι πως θα αποτελέσω τη μειονότητα, λέγοντας ότι ο Αριστοτέλης είχε, κατά τη γνώμη μου, δίκιο. Ο μύθος προηγείται όλων των υπολοίπων. Κανένας συγγραφέας δεν μπορεί να είναι βέβαιος ότι οι μυθοπλασμένοι χαρακτήρες που επιλέγει ως το πρώτο στοιχείο του σχεδιασμού ενός μυθιστορήματος θα είναι πλήρως αξιοποιήσιμοι σε μια ιστορία που δεν έχει ακόμη σκαρφιστεί. Αντιθέτως, το σκάρωμα μιας ιστορίας θα φέρει και την ανάγκη για τους χαρακτήρες που θα την αντιπροσωπεύσουν, τα ειδικότερα γνωρίσματά τους, τον ψυχισμό τους — με αυτήν τη σειρά, η συνολική προετοιμασία του μυθιστορήματος θα λειτουργήσει βέλτιστα.
Ο Έντγκαρ Άλαν Πόε έγραψε ότι μπορούμε να γεμίσουμε ένα στάδιο με μέτριους συγγραφείς, επειδή όλοι ξεκινούν να γράφουν χωρίς να έχουν τουλάχιστον μία περιληπτική ιδέα για την ιστορία στις σημειώσεις τους, διαθέσιμη προς αναθεωρήσεις όπου και όποτε χρειαστεί. Επίσης, ακούω συχνά το επιχείρημα πως, αν ένας χαρακτήρας αντιδράσει μη αναμενόμενα εντός ιστορίας, τότε καθοδηγεί την πλοκή σε νέα μονοπάτια, συνεπώς τη διευθύνει. Πρέπει να αντιληφθούμε πως ακόμη και η αντισυμβατική, η απρόσμενη συμπεριφορά του χαρακτήρα είναι το αποτέλεσμα του συγγραφικού σχεδιασμού της πλοκής που προηγείται από οποιαδήποτε «πρωτοβουλία» του εντός των σελίδων. Η πλοκή κινεί τα νήματα — και βασίζεται στους χαρακτήρες, για να παρουσιάσει όσα μηχανεύτηκε. Ο χαρακτήρας είναι η βιτρίνα και η δύναμη του κειμένου, καμία αμφιβολία γι’ αυτό.
Να επαναλάβω πως δεν αναφέρομαι σε χρήση χαρακτήρων και γεγονότων της Ιστορίας, αλλά σε αντίστοιχες μυθοπλασίες. Τα αληθινά περιστατικά και οι συντελεστές τους έχουν καταγραφεί και, εν γνώσει του αναγνωστικού κοινού, χρησιμοποιούνται ανάλογα.
Άραγε, τι να σημαίνει το ότι η μελέτη αυτή είναι η πρώτη που γράφεται για το θέμα στην ελληνική γλώσσα; Αδιαφορία για το θέμα; Το ότι αναγνωρίσαμε μόλις πρόσφατα τη δημιουργική γραφή ως επιστήμη, το ότι θεωρούμε περιττή τη θεωρία στη λογοτεχνική συγγραφή;
Νομίζω ότι η Ποιητική επισκίασε δημιουργικά το πεδίο. Οι παρατηρήσεις του Αριστοτέλη είναι διαχρονικές και ανεκτίμητης αξίας, έπρεπε να φτάσουμε στα τέλη του 19ου αιώνα, για να υπάρξει πλούτος νέων απόψεων και ανοιχτή συζήτηση. Όλοι επαναπαύτηκαν στην «αλληλουχία των γεγονότων» και στην επιλογή του κατάλληλου μύθου, θεωρώντας ότι δεν υφίσταται ανεξερεύνητος χώρος για περαιτέρω έρευνα.
Κι όμως: ακόμη και η χρήση κλασικών μοτίβων πλοκής, όπως, για παράδειγμα, μια ερωτική ιστορία ή ένα δραματοποιημένο ιστορικό συμβάν, η βραχύβια (διακοσίων ετών) πορεία της περιπετειώδους αφήγησης με όλα τα θεματικά παρακλάδια της (αστυνομική λογοτεχνία, λογοτεχνία του φανταστικού κτλ.), η έλευση της σύγχρονης αφηγηματολογίας που διαμορφώνει μια ανώτερη τεχνική σκαρώματος της πλοκής, ακόμη και η στίξη, όλα δείχνουν ότι τα πράγματα είναι σαφώς πιο σύνθετα όταν σχεδιάζουμε — η μελέτη μου αυτό τονίζει.
Στην Ελλάδα δεν επενδύσαμε σε περίτεχνες πλοκές, επειδή μεγάλο ποσοστό προσπαθειών δεν προετοιμάζει σχεδιάγραμμα σκηνών ή περιλήψεις με την ευελιξία να τις μετασχηματίζει —αν αυτό κριθεί απαραίτητο— όσο προχωρά η συγγραφή. Στηριζόμαστε στη γλώσσα και τα υφολογικά στοιχεία γενικότερα, γράφουμε «παρορμητικά» και με εστίαση στους χαρακτήρες, δεν θεωρούμε ότι η λογοτεχνία είναι συμβατή με τις τεχνοκρατικές πρακτικές των σχεδιαγραμμάτων. Όμως, είναι ζήτημα τεχνικής η πλοκή, είναι μηχανισμός, έχει λειτουργικά γρανάζια και εξαρτήματα. Αυτό δυσκολεύει τη ζωή σε έναν —περισσότερο καλλιτέχνη και λιγότερο τεχνίτη— συγγραφέα.
Πρέπει πράγματι να είναι κάποιος καταρτισμένος θεωρητικά για να γράψει ή, απλώς, η κατάρτισή του κάνει κάποια πράγματα πιο εύκολα;
Θα πρέπει να δούμε τη δημιουργική γραφή ως πολυεργαλείο. Ο εργαστηριακός χαρακτήρας της και ο παιγνιώδης τρόπος παραγωγής κειμένου προσφέρουν εξαιρετικές ευκαιρίες σε όσους θέλουν να κάνουν τα πράγματα πιο εύκολα. Σαφώς και δεν χρειάζεται να είναι κάποιος καταρτισμένος θεωρητικά — άλλωστε, η διαρκής βελτίωσή του εξαρτάται και από την παραμονή του στη διαδικασία, από τις κειμενογραφικές και συγγραφικές του ρουτίνες και επιδιώξεις.
Με μελέτες όπως αυτή της πλοκής, των χαρακτήρων και των αφηγηματικών τεχνικών και με εργαστήρια από εξειδικευμένους πτυχιούχους στη δημιουργική γραφή, ο συγγραφέας εφοδιάζεται, γνωρίζει μεθόδους και πρακτικές που πιθανότατα να σκέφτηκε, αλλά δεν γνώριζε ότι έχουν επιχειρηθεί στο παρελθόν, ειδικά σε έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Είναι ένα εξαιρετικό διεπιστημονικό πεδίο, μια εργαλειοθήκη διυλισμένων γνώσεων στη Θεωρία της Λογοτεχνίας, τη Λογοτεχνική Κριτική, τη Φιλολογία, τη Γλωσσολογία κ.ά.
Γράφουμε με την καρδιά μας, το ταλέντο στις λέξεις, το ένστικτό μας. Και μπορούμε να γίνουμε καλύτεροι, αποκτώντας την ενδεδειγμένη κατάρτιση.









